ΛΑΡΙΣΑΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΟ
Ο άνθρωπος που έφερε το δικό του μοναδικό στυλ στα μαγαζιά της Λάρισας – Τα περίεργα ονόματα με νόημα και η ξεχωριστή ταυτότητα (φωτο)

Τον συνάντησα να γράφει. Στην πραγματικότητα επί δέκα λεπτά δεν τον έβλεπα, τον έκρυβε ένας πίνακας ζωγραφικής κρεμασμένος στην πρόσοψη του μαγαζιού· του νέου petit χώρου που προστέθηκε στο Modi της Κουμουνδούρου. Τώρα που το σκέφτομαι, εκ των υστέρων, ήταν λογικό να είναι εκεί το ραντεβού μας… καλύπτει τις διάφορες διαστάσεις της προσωπικότητας του.
Ο Κώστας Βρεττός πάντα συνδύαζε την γλυπτική και τη ζωγραφική με τα μαγαζιά του. Το πρωτοέκανε στο Αλλαχού, το συνέχισε στο Αχούρι και το εξέλιξε στη Γρίλια.
Της Εύης Μποτσαροπούλου
Αν το σκεφτείς σε αυτά τα χρόνια, τα συνεχόμενα, από το 1991 έως το 2015, την έβλεπες την αμφιθυμία, το παλαντζάρισμα, ανάμεσα στην τέχνη, την επιχειρηματικότητα και τη νύχτα. Την έβλεπες να ωριμάζει. Να αλλάζει. Κι αυτό είχε μεγάλο ενδιαφέρον. Και τώρα έχει.
«Τώρα γυρίζω στα καπηλειά και γράφω ποίηση» μου είπε γελώντας. Στο τέλος το είπε. Σχολίαζε το πόσο έχει αλλάξει η διασκέδαση και η νύχτα. «Το ότι δεν υπάρχουν χρήματα είναι μια μικρή αλήθεια. Έχει αλλάξει ο τρόπος ζωής. Εμένα αυτό δεν μου ταιριάζει, αντιστέκομαι. Κάθε βράδυ λοιπόν βγαίνω έξω».
Υπερβάλει. Λίγο. Αυτοσαρκάζεται. Τον περισσότερο χρόνο του πλέον τον περνάει στην Εύβοια. Είναι βορειοεβοιώτης όπως λέει. Από το χωριό Παπάδες, δύο χιλιόμετρα από τη θάλασσα. Έχει βάρκα και ψαρεύει, τα ψάρια τα τρώει με φίλους σπίτι, ένα αμπέλι δύο στρέμματα, τον κήπο και τον μπαχτσέ του. Με αυτά ασχολείται κάθε μέρα. Και με το γράψιμο. Γράφει ποίηση, πεζό λόγο, για ιστορίες παλιές και έρωτες, σκέψεις για ότι τον προβληματίζει. «Δεν θα τα εκδώσω ποτέ» μου λέει αφού μου διαβάζει πρώτα κάποια αποσπάσματα. Κρίμα, θα έπρεπε… Παράλληλα, τρέχουν εκθέσεις του. Μια στο Διαχρονικό με γλυπτά από καμένα ξύλα από την Εύβοια, τότε από την μεγάλη καταστροφή. Άλλη μια πάλι με καμένα ξύλα, αυτή τη φορά κόκκινα βαμμένα για να συμβολίζουν την αναγέννηση από τις στάχτες. Γλυπτά του υπάρχουν και σε ένα ξενοδοχείο στη Λίμνη της Εύβοιας. Έκανε και μια έκθεση ζωγραφικής στο Χατζηγιάννειο με τρένα, τότε μετά το ατύχημα. «Δεν ήρθε σχεδόν κανείς» λέει. «Ας μιλήσουμε λοιπόν για τα μαγαζιά κι ας αφήσουμε την τέχνη…».
Όντως τα μαγαζιά του ήταν πάντα γεμάτα με ξύλο. Σε υλικά και σε γλυπτά. Μόνος του τα έφτιαχνε πάντα όλα και συνεχώς άλλαζε διακόσμηση… «Η Λάρισα έχει ανάγκη από αλλαγές. Πρέπει να αλλάζουν συνεχώς οι χώροι γιατί οι άνθρωποι είναι οι ίδιοι. Για να μην βαριούνται».

Η Λάρισα…
Μάλλον η Λάρισα στο μυαλό του είναι συνδεδεμένη με τη νύχτα. Για αυτό αντιστέκεται όπως λέει. Για 13 χρόνια δούλευε πρωί βράδυ, σε διαφορετικές δουλειές. Από το Αλλαχού και μετά σταμάτησε. Ή μήπως το Αχούρι και τα μπέρδεψα; Δεν έχει και τόση σημασία… Έμεινε η νύχτα. Πώς να αλλάξεις κάτι τόσο δομικό μετά από τόσα χρόνια; Γι’ αυτό όταν είναι εδώ τη ρουφάει. Νομίζω.
Στη Λάρισα βρέθηκε σαν επαγγελματικός μετανάστης. Στην αρχή δούλεψε ως ψυκτικός και παράλληλα ως μάγειρας και σερβιτόρος τα βράδια. Το πρώτο στην Συντροφιά, την ταβέρνα επί της Οικονόμου εξ Οικονόμων, το δεύτερο στο Πασάγιο. Μετά για αρκετά χρόνια ήταν στην Αεροπορία, στον τεχνικό κλάδο εργαζόταν.
Κάποια στιγμή έκανε το πρώτο δικό του μαγαζί. Το 1991 ήταν.

Το Αλλαχού…
Το άνοιξε μαζί με τον Βασίλη Λάγκα σε μια μονοκατοικία επί της Κολοκοτρώνη. Με τον αυλόγυρο και τα σκαλοπάτια που ανέβαινες για να φτάσεις στην είσοδο. Το σπίτι είχε μόλις έμπαινες ένα μεγάλο χωλ με ένα τζάκι, αριστερά ήταν το σαλόνι που έκλεινε με συρόμενες πόρτες, εκεί έκανε το μπαρ, και υπήρχε και ακόμη ένα δωμάτιο με τζάκι πάλι. Τον άνοιξε τον χώρο, τον ενοποίησε. «Δεν υπήρχε και ένας πιο χαμηλός χώρος στο βάθος, κάπως στρογγυλός, που κατέβαινες κάποια σκαλάκια;» τον ρωτάω. Υπήρχε. Όχι από την αρχή. Δεν ήταν του σπιτιού. Ήταν μια μικρή αυλίτσα που την ενσωμάτωσε στο μαγαζί. «Στην αυλή υπήρχε μια αμυγδαλιά. Την κράτησα· έκοψα τα κλαδιά και κράτησα τον κορμό πάνω στον οποίο σκάλισα μορφές». Εκεί στο ίδιο σημείο την τοποθέτησε. Κάποια στιγμή την χάρισε στον Γιώργο Ντούλα…
Το Αλλαχού ήταν χειμερινό μαγαζί. Άνοιγε από Οκτώβριο μέχρι Απρίλιο. Μόνο βράδυ και έπαιζε αποκλειστικά ροκ. «Ήταν πολύ καλή η γειτονία. Μας αγαπούσαν. Φέραμε φως στο δρόμο τους και ζωντάνια, δεν ένιωθαν αποκομμένοι πια, ούτε ανασφάλεια τα βράδια. Κάθε Απρίλιο στεναχωριόταν που κλείναμε. Ερχόταν πάλι το σκοτάδι».
Ήταν όλα λίγο χαμηλά. Γύρω γύρω υπήρχε κτιστός καναπές με μαξιλάρες. Τα τραπεζάκια ήταν η βάση από ραπτομηχανές και είχε και χαμηλά σκαμπό.
Δεν θυμάμαι πότε πήγα πρώτη φορά, μικρή ήμουν, αλλά με ποιον. Τον γνωστό θείο-ξάδερφο Κώστα, εκείνος με εισήγαγε στα νυχτερινά μαγαζιά της πόλης της εποχής. Στο Αλλαχού με πήγε να φάω πατάτες… Στην αρχή νόμιζα πως με πείραζε. Αλλά όντως ψήνανε πατάτες στο τζάκι και τις σερβίρανε στον κόσμο για μεζέ. Μια φουρνιά έβγαινε κάθε βράδυ γύρω στις έντεκα για όποιον προλάβαινε. Ήταν ανάρπαστες οι πατάτες, και διάσημες. Ερχόταν από άλλα μέρη για να φάνε αυτή τη μισή ψητή πατάτα. «Βάλε ένα ουίσκι για να φέρεις μια πατάτα…».
Το Αλλαχού γέμιζε πάντα νωρίς. Από τις οχτώ πήγαινε ο κόσμος και έμεινε μέχρι τα ξημερώματα. Άλλες εποχές.
Το 2000, ο Κώστας Βρεττός αποχώρησε. Το δούλεψε για ένα χρόνο ο Βασίλης και μετά το πούλησε. Και το Αλλαχού έγινε Αλλού μέχρι που έκλεισε οριστικά…

Τα ονόματα…
«Αυτό το αχούρι δεν θα το πάρει κανείς» αυτό λέγανε στη γειτονιά οι περίοικοι. Αλλά ο Βρεττός και το πήρε και το είπε Αχούρι.
Πίσω από τα ονόματα στα μαγαζιά του υπάρχει ολόκληρο νόημα. Του αρέσουν οι ελληνικές λέξεις. Και έχει ένα κατάλογο γραμμένο με λέξεις που θα μπορούσαν να γίνουν ονόματα για μαγαζιά. «Αλήθεια τι σημαίνει αλλαχού;» τον ρώτησα. «Εκτός τόπου, είναι το αντίθετο του πανταχού». Στη Εύβοια κάποια στιγμή άνοιξε ένα μαγαζί που το λέγαν Μεσεργιάνι· ήταν ακριβώς στη μέση από τη διαδρομή ανάμεσα στο χωριό και τη θάλασσα, το σεργιάνι όπως το λέγαν οι κάτοικοι. Όταν είδαν το σημείο του είπαν «Α, ωραία, στο μεσεργιάνι». Δική τους λέξη προφανώς… και ο Κώστας το ονόμασε έτσι.
Και η Γρίλια που ήταν το τελευταίο μαγαζί στη Λάρισα, έχει συμβολισμό σαν όνομα… «Ήταν η εποχή της κρίσης και γω πάντα πίστευα ότι υπάρχουν γρίλιες για να δεις…».

Το Αχούρι…
Το Αχούρι άνοιξε το 2000 και παρέμεινε μέχρι το 2010. Δεν είχε σκοπό να το κλείσει, αλλά του το ζήτησε ο ιδιοκτήτης για ιδιοχρησία.
Και αυτό είχε πολύ ξύλο. Όλο ξύλο, σκούρο. Είχε και ένα πατάρι που λειτουργούσε και σαν εικαστικός χώρος. Και τους δύο μεγάλους ακροβάτες που κρέμονταν από το ταβάνι. Ήταν ανοιχτό όλο το χρόνο, αλλά και πάλι μόνο βράδυ. Και αυτό ροκ έπαιζε… «χωρίς πατάτες όμως» λέει και γελάει.
Το Αχούρι υπήρξε κάτι. Ξεχωριστό. Με ταυτότητα. Αυτό που λέμε κλασικό ροκ μπαρ. Κάτι σαν τοπόσημο της πόλης.
Και αυτός ο δρόμος, η Απόλλωνος, από το Αχούρι ζωντάνεψε και άλλαξε φυσιογνωμία. Σαν να μπήκε φως πάλι. Μέχρι πρόσφατα υπήρχαν οίκοι ανοχής, και δυο μπαρ ειδικά. Υπήρχε και το Legend φυσικά, το μόνο μπαρ, αλλά ήταν τότε λίγο σκληροπυρηνικό. Δεν υπήρχε κάτι άλλο όταν άνοιξε… ο σημερινός Βόσπορος ήταν ένα καφενείο το οποίο έκλεινε όμως το βράδυ. Η μεγάλη αλλαγή ήταν τα τραπεζάκια έξω που έβγαζε το καλοκαίρι στον πεζόδρομο, σε αυτή το μικρό δρομάκι που άρχισε να μην θυμίζει Λάρισα. Αργότερα άνοιξε δίπλα το Μαγειριό και ο Κώστας νοίκιαζε τον απέναντι χώρο και τον έκανε γκαλερί όπου γινόταν εκθέσεις.
«Εκεί όλα τα κτίρια ήταν φτιαγμένα με κομμάτια από το αρχαίο θέατρο. Και το Αχούρι στους τοίχους είχε σπασμένα μάρμαρα από το θέατρο. Έτσι τα κτίζαν τότε, με ότι έβρισκαν δίπλα τους…»

Η Γρίλια…
Όταν αναγκάστηκε να φύγει από το Αχούρι ήρθε για πρώτη εντελώς στο κέντρο. Εκεί είχε ήδη φως. Κάτι άλλο χρειαζόταν… ατμόσφαιρα.
Η Γρίλια ήταν ιδιαίτερο μαγαζί. Ξύλινο και αυτό, με κάποια στοιχεία βαμμένα πράσινα. Είχε και στο κέντρο εκείνο το τεράστιο ξύλινο ενιαίο πάγκο με το εντυπωσιακό γλυπτό στο κέντρο. Πάλι ξένη μουσική έπαιζε, ροκ, εκτός από τις Δευτέρες που είχε live με τον Βαγγέλη Τσαπλέ στο μπουζούκι και τον Σπύρο Καβαλλιεράτο στην κιθάρα. ΄
Ήταν ανοιχτό και το μεσημέρι, για κρασί και τσίπουρο. Και φαγητό, λίγα πιάτα. Το βράδυ κυριαρχούσε το κρασί.
Πόσα βράδια περάσαμε κι εκεί; Πάλι στέκι ήταν, κι αυτό όπως και το Αλλαχού και το Αχούρι.
Όσο γράφω, συνειδητοποιώ πως διαδραματίστηκε η ζωή μας μέσα σε αυτά τα μαγαζιά. Σαν να μεγαλώναμε μαζί τους. Και ήταν χρόνια πολύ κομβικά… Τουλάχιστον για μένα.
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις





