ΛΑΡΙΣΑΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΟ

Αυτό είναι το χωριό της Λάρισας που ξεριζώθηκε και άλλαξε τόπο λόγω της πανώλης που θέρισε τους κατοίκους (φωτο)

Είναι χτισμένη ψηλά στις ανατολικές πλαγιές του Κισσάβου, σε υψόμετρο 250–300 μέτρων, εκεί όπου το βουνό σκεπάζει τον τόπο με πυκνή βλάστηση και ανοίγει, μέσα από τα φύλλα, θέα προς το απέραντο γαλάζιο του Αιγαίου. Η Καρίτσα είναι χωριό φωλιασμένο μέσα στο πράσινο, σε μια αγκαλιά από καστανιές, οξιές και δρυς, όπου το φως φιλτράρεται και ο αέρας κατεβαίνει δροσερός ακόμη και στις μέρες του καλοκαιριού. Από εδώ, ο ορίζοντας ανοίγει προς τις εκβολές του Πηνειού και την ανοιχτή θάλασσα, δίνοντας στην Καρίτσα τον χαρακτήρα ενός φυσικού παρατηρητηρίου ανάμεσα σε βουνό και πέλαγος.

Η ιστορία του χωριού ξεκινά χαμηλότερα. Τον 10ο αιώνα μ.Χ. οι πρώτοι κάτοικοι είχαν εγκατασταθεί στο Οικονομείο (Κονομειό), κοντά στη Μονή του Αγίου Δημητρίου. Όταν όμως η πανώλη πέρασε από τον τόπο, οι άνθρωποι εγκατέλειψαν τον παλιό οικισμό και μετακινήθηκαν ψηλότερα, αναζητώντας καθαρότερο αέρα και ασφάλεια. Εκεί, στη σημερινή θέση, ξαναρίζωσε το χωριό και πήρε το όνομα Καρύτσα, που αργότερα διορθώθηκε επίσημα σε Καρίτσα. Η μετοίκηση αυτή δεν ήταν απλή μεταφορά κατοικιών ήταν επανεκκίνηση ζωής, μια νέα αρχή μέσα στο δάσος.

Η Καρίτσα έμαθε να ζει από τη γη και το δάσος. Η δασοκομία και η γεωργία αποτελούν παραδοσιακές ασχολίες, με το κάστανο να είναι το κατεξοχήν προϊόν σύμβολο του χωριού. Οι καστανιές δεν είναι μόνο πηγή εισοδήματος αλλά είναι κομμάτι της ταυτότητας του τόπου. Κάθε Οκτώβρη, στη Γιορτή Κάστανου, το χωριό γεμίζει μυρωδιές από ψημένο καρπό, μουσικές, λαογραφικά εκθέματα και ανθρώπους που συναντιούνται για να θυμηθούν ότι η γη ακόμη τρέφει και ενώνει. Δίπλα στο κάστανο, η ελιά και η μικρή γεωργία συμπληρώνουν τον κύκλο της καθημερινότητας, ενώ η εγγύτητα με τη θάλασσα έφερε και τη σχέση με την αλιεία. Τα τελευταία χρόνια, ο τουρισμός ορεινός και παραθαλάσσιος έχει γίνει σημαντικός άξονας ζωής και εισοδήματος, χωρίς όμως να αλλοιώσει τον ήσυχο χαρακτήρα του χωριού.

Το φυσικό περιβάλλον της Καρίτσας είναι ένας μικρός κόσμος από μόνος του. Στα δάση κινούνται αγριογούρουνα, ζαρκάδια, σκίουροι και φασιανοί, αφήνοντας ίχνη ζωής μέσα στο πράσινο. Το νερό κυλά σε παλιά μονοπάτια στον νερόμυλο του Πάνου, στη βρύση του Παπαρίζου, στα μικρά γεφύρια που ενώνουν όχθες και εποχές. Τα μονοπάτια οδηγούν στις κορυφές της Αγίας Τριάδας, του Προφήτη Ηλία και της Δραγάστας, ενώ το φαράγγι της Καλυψούς ανοίγει μια άγρια, σχεδόν μυθική διαδρομή ανάμεσα σε βράχια, νερά και σκιές. Από τα ψηλά του χωριού, δρόμοι κατεβαίνουν προς μικρές, ήσυχες παραλίες την Πλατειά Άμμο, την Παναγίτσα, το Καλύβι, τον Ψαρόλακκα όπου το δάσος τελειώνει μέσα στο αλάτι.

Η κοινωνική ζωή της Καρίτσας κρατιέται ζωντανή από τους συλλόγους Αγροτικό, Δασικό και Μορφωτικό που λειτουργούν ως κύτταρα μνήμης και δράσης. Τα πανηγύρια του Αγίου Πνεύματος και του Δεκαπενταύγουστου γεμίζουν την πλατεία με κόσμο, μουσικές και χορό, επαναφέροντας για λίγο την αίσθηση της κοινότητας όπως ήταν παλιά. Στο κέντρο του χωριού, ο μεγάλος πλάτανος σκιάζει τα στενά πλακόστρωτα και τις λουλουδιασμένες αυλές, ενώ τα παραδοσιακά σπίτια κρατούν την ανθρώπινη κλίμακα ενός τόπου που δεν βιάστηκε να μεγαλώσει.

Η Καρίτσα κουβαλά και τις μορφές των ανθρώπων της. Από εδώ κατάγεται ο Σταύρος Κουτόβας (Steve Katovis), που βρέθηκε στο επίκεντρο του εργατικού κινήματος στις ΗΠΑ και δολοφονήθηκε στη Νέα Υόρκη το 1930. Από εδώ και ο Γεώργιος Βόγιας, ο Καπετάν Καρτσιώτης, καπετάνιος του ΕΛΑΣ και υποστράτηγος του ΔΣΕ, που έπεσε το 1947 στον Κόζιακα. Η Καρίτσα δεν προβάλλει τα ονόματα αυτά σαν μνημεία τα κρατά σαν κομμάτι της συλλογικής της μνήμης.

Η Καρίτσα είναι χωριό ριζωμένο στο δάσος και στραμμένο στο πέλαγος. Ένας τόπος που έμαθε να ισορροπεί ανάμεσα στη σιωπή του βουνού και στο άνοιγμα της θάλασσας, ανάμεσα στην παράδοση της γης και στο πέρασμα των επισκεπτών. Δεν είναι προορισμός εντυπωσιασμού είναι τόπος παραμονής. Εκεί όπου ο άνθρωπος μένει λίγο πιο κοντά στο χώμα, λίγο πιο κοντά στον αέρα, λίγο πιο κοντά στον εαυτό του.

Λίγο έξω από την Καρίτσα, στην καταπράσινη αγκαλιά του Κισσάβου, εκεί όπου το βουνό βαθαίνει το πράσινο του και οι καστανιές, οι οξιές και οι δρυς υφαίνουν ένα φυσικό θόλο δροσιάς, βρίσκεται το Κοινοτικό Κατάστημα Αριόπρινο ένα ξέφωτο ανάπαυσης μέσα στο δάσος. Το αναψυκτήριο εστιατόριο μοιάζει να ξεφύτρωσε από τη γη, εναρμονισμένο με το τοπίο, χωρίς θόρυβο και επιτήδευση, σαν μια στάση που την πρότεινε το ίδιο το βουνό στον περαστικό για να καθίσει, να δροσιστεί, να ακούσει τα φύλλα να μιλούν και να νιώσει πως εδώ η φιλοξενία δεν είναι επιχείρηση, αλλά φυσική συνέχεια του τόπου.

Φωτο: travelgirl.gr

Πηγή: Σκιές και Ψίθυροι

Ακολουθήστε το onlarissa.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις
Ετικέτες