ΛΑΡΙΣΑΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΟ
Το χωριό της Λάρισας που δεν το πιάνει το μάτι σου – Κρύβεται για να αντέχει… (φωτο)

Δεν φαίνεται αμέσως. Την πλησιάζεις σιγά, ανηφορίζοντας τον Κάτω Όλυμπο, κι όταν ξαφνικά ανοίγει μπροστά σου ο ορίζοντας, καταλαβαίνεις γιατί την Κρανιά Ολύμπου, τη λένε μπαλκόνι. Από εδώ ο κόσμος απλώνεται μπροστά στα μάτια σου. Η κοιλάδα των Τεμπών, ο Πηνειός που γυαλίζει σαν φίδι ασημένιο, το Αιγαίο στο βάθος, η Χαλκιδική να ξεπροβάλλει στις καθαρές μέρες. Η Κρανιά στέκει ψηλά, στα 650 μέτρα, όχι από αλαζονεία αλλά από ανάγκη σαν να ήθελε πάντα να βλέπει μακριά για να αντέχει.
Το όνομά της το πήρε από την κρανιά, το δέντρο το σκληρό και ανθεκτικό. Τίποτα δεν θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει καλύτερα. Γιατί αυτό το χωριό έμαθε από νωρίς να αντέχει. Από τον 10ο αιώνα ακόμη, αναφέρεται ως Κρανεία, με μοναστήρι και ζωή πνευματική. Από εδώ ξεκίνησαν μορφές που άφησαν ίχνος στο Άγιον Όρος, ο Ιωάννης ο Ίβηρας και ο γιος του Ευθύμιος. Σαν να είχε πάντα η Κρανιά έναν δρόμο ανοιχτό προς το φως.
Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας γνώρισε ακμή σπάνια. Δεν ήταν απλώς χωριό ήταν εργαστήρι. Αγιογράφοι, ξυλογλύπτες, υφαντουργοί. Στα σπίτια και στα βαφεία τους παλιούς κερχανάδες γεννιόνταν χρώματα από τη φύση, υφάσματα βαμμένα με υπομονή και τέχνη. Μετάξια και μάλλινα ταξίδευαν μακριά, ως τη Βιέννη, την Τεργέστη, την Κωνσταντινούπολη. Κι όμως, η Κρανιά έμεινε χριστιανικό και ελεύθερο χωριό. Δεν λύγισε στον Αλή Πασά. Κράτησε τη ράχη ίσια, όπως τα έλατα στις πλαγιές της.

Ύστερα ήρθαν τα βαριά χρόνια. Η πανώλη, το 1812, θέρισε ζωές. Το 1822, οι φλόγες του Μεχμέτ Εμίν Πασά έκαναν στάχτη σπίτια και όνειρα, ως αντίποινα για την Επανάσταση. Οι άνθρωποι σκορπίστηκαν, άλλοι χάθηκαν, άλλοι γύρισαν. Πάντα γύριζαν. Γιατί η Κρανιά δεν ξεχνιέται. Είναι τόπος που σε τραβά πίσω, ακόμα κι όταν σε διώχνει.
Στον 19ο αιώνα γνώρισε ληστείες, φόβο, ήττες. Μα έφτασε το 1881 και ενώθηκε με την Ελλάδα. Κι ύστερα, νέες θυσίες Μακεδονικός Αγώνας, πόλεμοι, Κατοχή. Το 1943 οι Γερμανοί την κατέστρεψαν ξανά. Σπίτια κάηκαν, ψυχές ράγισαν. Και μετά, ο Εμφύλιος. Κάθε γενιά και ο δικός της σταυρός.
Οι εκκλησιές της στέκουν ακόμη σαν σημάδια πίστης και αντοχής. Οι Άγιοι Ταξιάρχες, περήφανοι και αγέρωχοι. Η Παναγία, χτισμένη πάνω σε παλιά ερείπια, σαν να λέει πως τίποτα δεν χάνεται οριστικά. Ο Άγιος Ιωάννης, η Αγία Παρασκευή, ο Προφήτης Ηλίας ψηλά, να κοιτά τον ουρανό. Πέτρα πάνω στην πέτρα, προσευχή πάνω στον πόνο.
Το Χοροστάσι, μέσα στο αλσύλλιο, είναι ακόμη ζωντανό. Εκεί σμίγουν φωνές στα πανηγύρια των Ταξιαρχών και του Προφήτη Ηλία. Εκεί η μουσική δεν είναι διασκέδαση είναι επιστροφή. Ο Σύλλογος της Κρανιάς, από το 1914, κρατά τη φλόγα αναμμένη. Και άνθρωποι σαν τον Νίκο Νικούλη, τον Δημήτριο Σαρακατσάνο, στάθηκαν ευεργέτες όχι μόνο με χρήματα, αλλά με όραμα.

Σήμερα η Κρανιά είναι ήσυχη. Λίγοι μόνιμοι κάτοικοι, περισσότερα κλειστά σπίτια. Μα δεν είναι νεκρή. Είναι σε ανάπαυση. Τα καλοκαίρια ανοίγουν τα παράθυρα, ακούγονται γέλια, επιστρέφουν απόγονοι και ξένοι που αγάπησαν τον τόπο. Αναπαλαιώσεις, παλιά αμπέλια που ξαναζωντανεύουν, μονοπάτια που οδηγούν στη Ραψάνη, την Καλλιπεύκη, τον Όλυμπο τον ίδιο.
Η Κρανιά δεν φωνάζει. Ψιθυρίζει. Και όποιος σταθεί λίγο, θα την ακούσει. Είναι χωριό που δεν ζητά να το λυπηθείς. Ζητά να το νιώσεις. Να καταλάβεις πως υπάρχουν τόποι που δεν μετριούνται με πληθυσμούς, αλλά με μνήμη.
Πηγή: Σκιές και Ψίθυροι
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις





