ΛΑΡΙΣΑΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΟ

Ο Κώστας Μπαργιώτας εφ’ όλης της ύλης στο onlarissa.gr: «Το πρόβλημα δεν είναι ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, αλλά η πολιτική φυσιογνωμία του Κινήματος»

Σε μια εκτενή και ειλικρινή συνέντευξη στο onlarissa.gr, ο πρώην βουλευτής και νυν διευθυντής της Ορθοπεδικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας, Κώστας Μπαργιώτας, τοποθετείται με σαφήνεια για τις εξελίξεις στο ΠΑΣΟΚ, το πολιτικό σκηνικό που διαμορφώνεται ενόψει του συνεδρίου και τις ισορροπίες στο εσωτερικό του κόμματος. Με αφορμή τον ορισμό του ως Συντονιστή των Νομαρχιακών Οργανωτικών Επιτροπών Συνεδρίου στον νομό Λάρισας, απαντά στις αντιδράσεις που προκλήθηκαν, ξεκαθαρίζει τη στάση του απέναντι στις εσωκομματικές ομάδες και υπογραμμίζει τον ενωτικό χαρακτήρα της παρουσίας του στη διαδικασία.

Ο κ. Μπαργιώτας μιλά ανοιχτά για τα προβλήματα ταυτότητας και πολιτικής φυσιογνωμίας που αντιμετωπίζει το ΠΑΣΟΚ, τις χαμένες ευκαιρίες των τελευταίων ετών, αλλά και τη δυσκολία επανασύνδεσης με ένα μεγάλο τμήμα των πολιτών που απομακρύνθηκαν από την πολιτική. Παράλληλα, ασκεί κριτική τόσο στην επικοινωνιακή στρατηγική της κυβέρνησης όσο και στην εσωτερική αντιπολίτευση του κόμματος, τονίζοντας ότι η συνεχής αντιπαράθεση δεν συμβάλλει στην ενίσχυση της παράταξης.

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στο νέο κατακερματισμένο πολιτικό περιβάλλον, με την πιθανή επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα και την παρουσία νέων πολιτικών σχηματισμών, εκτιμώντας ότι η πολυδιάσπαση στον χώρο της Κεντροαριστεράς ευνοεί κυρίως τη Νέα Δημοκρατία. Ταυτόχρονα, απορρίπτει το ενδεχόμενο στρατηγικής συνεργασίας ΠΑΣΟΚ – ΝΔ, υποστηρίζοντας ότι μια τέτοια επιλογή θα ήταν πολιτικά ασύμβατη και επιζήμια για την παράταξη.

Στη συνέντευξη, ο κ. Μπαργιώτας αναφέρεται και στη συνταγματική αναθεώρηση, επισημαίνοντας την ανάγκη ενίσχυσης των θεσμών και αποκατάστασης της εμπιστοσύνης των πολιτών στη Δημοκρατία, ενώ δεν αποφεύγει να σχολιάσει τις παθογένειες της τοπικής αυτοδιοίκησης στη Λάρισα. Κάνει λόγο για έλλειμμα οράματος και στρατηγικού σχεδιασμού, υπογραμμίζοντας ότι η πόλη χρειάζεται μεγάλες παρεμβάσεις και μακροπρόθεσμες πολιτικές και όχι αποσπασματικές λύσεις.

Τέλος, ξεκαθαρίζει τη στάση του απέναντι σε ενδεχόμενες προσωπικές πολιτικές φιλοδοξίες, δηλώνοντας ότι δεν αποτελεί προτεραιότητά του η διεκδίκηση αυτοδιοικητικού αξιώματος, θέτοντας ως βασική προϋπόθεση για οποιαδήποτε μελλοντική εμπλοκή την ύπαρξη ενός σοβαρού πολιτικού σχεδίου και μιας αξιόπιστης συλλογικής προσπάθειας.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ Απόστολο Ράιδο 

Θα ξεκινήσω από το πλέον επίκαιρο: Tον ορισμό σας ως επικεφαλής νομαρχιακά στα του συνεδρίου σε ότι αφορά την περιοχή της Λάρισας, που προκάλεσε κάποιες αντιδράσεις. Αντιδράσεις ως προς τη διαδικασία, όπως κατήγγειλε ο γραμματέας της νομαρχιακής του Κινήματος, αλλά και στη συνέχεια βλέποντας εαυτόν ανάμεσα σε έναν εσωτερικό πόλεμο που μαίνεται εδώ και χρόνια στο ΠΑΣΟΚ. Πώς νιώθετε;

Όπως είπα και άλλη φορά, η εμπλοκή μου στη διαδικασία του συνεδρίου έγινε με τη λογική ότι ακριβώς επειδή αυτό τον καιρό δεν έχω καμιά εκλογική φιλοδοξία σε κανένα επίπεδο και πολύ περισσότερο στην κεντρική πολιτική σκηνή, να προσπαθήσω, να βοηθήσω στο να αναδειχθεί μια εξωστρεφής διαδικασία, μακριά από ανταγωνισμούς που ως ένα σημείο τους θεωρώ λογικούς και αναπόφευκτους, με κύριο στόχο το να μιλήσουμε στο συνέδριο πολιτικά, να μιλήσουμε για θέσεις και για το μέλλον του ΠΑΣΟΚ και της χώρας συνακόλουθα, και να μην μπούμε σε μια διαδικασία εσωστρέφειας που υπήρχε και υπάρχει στο ΠΑΣΟΚ.

Υπήρξαν αντιδράσεις, να διευκρινίσω μόνο ότι δεν είναι αντικαταστατική διαδικασία, η διαδικασία της δημιουργίας ΝΟΕΣ προβλέπεται από το καταστατικό και δεν αφορά μόνο τη Λάρισα. Αφορά όλες τις νομαρχιακές της χώρας σχετικά με τη διεύρυνσή τους, και αφορά περίπου λίγο λιγότερες από τις μισές, για την παρουσία καινούργιων προσώπων στην προεδρία, της γραμματείας της ΝΟΕΣ. Άρα λοιπόν αυτή είναι μια διαδικασία η οποία γίνεται από την Αθήνα, με ρώτησαν, μου ζήτησαν τη βοήθειά μου, και παρόλο που όπως ξέρουν και οι πέτρες δεν υπήρξα ποτέ φίλος πολιτικός του νυν προέδρου, είπα «ναι» με τη λογική της συνεργασίας, έχοντας κρατηθεί απολύτως συνειδητά μακριά από ομαδοποιήσεις και στρατόπεδα τον τελευταίο καιρό. Είναι κάτι που δεν μου ταιριάζει και δεν το κάνω. Έχω τις πολιτικές μου απόψεις, τις λέω σε κάθε ευκαιρία και τις λέω δυνατά, θα τις πω και τώρα, θα τις πω και στο συνέδριο και στη διαδικασία, δεν μετέχω σε στρατόπεδα, δεν είμαι οπαδός κανενός δέλφινου ή καμιάς ομάδας, και νομίζω ότι ακριβώς γι’ αυτούς τους λόγους έχω τη δυνατότητα να εγγυηθώ τη διαδικασία προς το συνέδριο. Αυτές ήταν οι φιλοδοξίες μου και αυτές παραμένουν. Τιμώ τους συντρόφους που έχουν αντιρρήσεις, καταλαβαίνω σε ένα σημείο και τις αντιρρήσεις και τους ανταγωνισμούς και τις φιλοδοξίες και τις ιδεολογικές διαφορές, γιατί δεν θα ήθελα να τους βάλω όλους στο ίδιο τσουβάλι, ο καθένας έχει τα δικά του κίνητρα τα οποία σέβομαι. Ήμασταν με πολλούς από αυτούς, με σχεδόν όλους με αυτούς, μαζί σε πολλούς αγώνες, έχουν προσφέρει πολλά στην τοπική οργάνωση του ΠΑΣΟΚ και στο ΠΑΣΟΚ γενικότερα, και νομίζω ότι στη διαδρομή για το συνέδριο και πολύ περισσότερο για τις επόμενες εκλογές θα είμαστε πάλι μαζί, δεν βλέπω κανέναν λόγο διαφωνιών, η στάση μου ήταν και θα είναι ενωτική.

Είπατε στην αρχή ότι ο στόχος σας είναι να βάλετε και εσείς ένα λιθαράκι προς την εξωστρέφεια, σε έναν χώρο πολιτικά που εδώ και αρκετά χρόνια χαρακτηρίζεται κατεξοχήν από εσωστρεφή συμπεριφορά. Βλέπουμε τι συμβαίνει το τελευταίο διάστημα με τις μομφές που αφήνουν ηγετικά στελέχη του ΠΑΣΟΚ για τον τρόπο με τον οποίο κινείται η ηγεσία του κινήματος. Πιστεύετε πραγματικά ότι μπορείτε, ή να το θέσω γενικότερα, μπορεί να αντιστραφεί αυτό το κλίμα βάζοντας την εξίσωση και τις πιέσεις που δέχεται ο χώρος από νέους πολιτικούς σχηματισμούς;

Καταρχήν νομίζω ότι το κλίμα δεν είναι τόσο άσχημο στο ΠΑΣΟΚ ή αν θέλετε δεν είναι πολύ πιο άσχημο από ό,τι είναι στα άλλα κόμματα. Οι εσωτερικοί ανταγωνισμοί είναι κομμάτι, αυτονόητο, μιας πολιτικής οργάνωσης. Να σας θυμίσω τα όσα γίνονται μετά την αποχώρηση του Σαμαρά από τη Νέα Δημοκρατία, τη διαρκή κριτική στα όρια της υπονόμευσης από τον Κώστα Καραμανλή απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Αυτού του τύπου οι διαβουλεύσεις, οι αντιπαλότητες και οι αντιπαραθέσεις μέσα στα κόμματα υπάρχουν παντού, έτσι; Ή το ότι η Νέα Αριστερά διασπάστηκε σε βαθμό «κακουργήματος» στο τελευταίο του συνέδριο, όλα αυτά υπάρχουν.

Η υπονόμευση του ΠΑΣΟΚ από τη Νέα Δημοκρατία είναι πολύ λογική και εύλογη, και εγώ αν ήμουν αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας το ίδιο θα έκανα, καθώς το ΠΑΣΟΚ με μονοψήφιο ή διψήφιο ποσοστό στρατηγικά και μεσοπρόθεσμα, είναι ο μόνος κομματικός σχηματισμός που μπορεί να απειλήσει έστω και έμμεσα τη Νέα Δημοκρατία στις επόμενες εκλογές. Δεν λέω ότι δεν υπάρχουν προβλήματα, λέω απλώς ότι τα «φουσκώνουν» κατά το κοινώς λεγόμενο από ένα επικοινωνιακό περιβάλλον το οποίο είναι μοναδικό στα χρονικά των 50 χρόνων που θυμάμαι εγώ την πολιτική ζωή, η ομοιογένεια της στήριξης της κυβέρνησης από όλο το φάσμα των μέσων είναι μοναδική…

Νομίζω ότι η γραμμή ότι «δεν τραβάει ο Ανδρουλάκης» να το πω ωμά, «το ΠΑΣΟΚ θα διαλυθεί», «έχει προβλήματα εσωτερικά» κτλ., είναι υπερβολή. Όχι ότι δεν υπάρχουν προβλήματα, αλλά δεν νομίζω ότι είναι τόσο τραγική η εικόνα. Ίσα-ίσα που το ΠΑΣΟΚ άντεξε – όπως ξέρετε καλύτερα από μένα – σε πολύ χειρότερες καταστάσεις, άγγιξε το μηδέν κάποια στιγμή και αναγεννήθηκε από τις στάχτες του.

Νομίζω ότι το βασικό πρόβλημα που έχει να κάνει με τον κ. Τσίπρα είναι πως του χρεώνουν οι ψηφοφόροι της Αριστεράς τα καραγκιοζιλίκια με τον κ. Κασσελάκη…

Ο κύριος Ανδρουλάκης έχει κριθεί σε αλλεπάλληλα εκλογικά αποτελέσματα, το ΠΑΣΟΚ πήρε πολλές ευκαιρίες τις οποίες ουδέποτε αξιοποίησε, την ίδια ώρα ηγετικά στελέχη αμφισβητούν ευθέως τον τρόπο με τον οποίο πορεύεται η ηγεσία του κινήματος και ακριβώς την ίδια στιγμή όλες οι δημοσκοπήσεις εμφανίζουν το ΠΑΣΟΚ καθηλωμένο, παρά το γεγονός ότι είναι ο μοναδικός πολιτικός σχηματισμός από τα αριστερά με ήπιο και συγκροτημένο πολιτικό λόγο…

Είπα από την αρχή ότι δεν ήμουν και δεν είμαι ούτε θαυμαστής ούτε οπαδός του κ. Ανδρουλάκη. Όμως το κύριο πρόβλημα του ΠΑΣΟΚ αυτή τη στιγμή, δεν είναι ο πρόεδρός του. Είναι η επικοινωνιακή στρατηγική της κυβέρνησης, η οποία συναντάται – ακούσια μεν αλλά συναντάται – με την επικοινωνιακή πολιτική, η οποία είναι λάθος κατά τη γνώμη μου, της αντιπολίτευσης μέσα στο ΠΑΣΟΚ, με την οποία πολιτικά έχω πολύ μεγαλύτερες συγγένειες από ό,τι έχω με την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ αυτή την εποχή, όμως η επικοινωνιακή πολιτική της αντιπαράθεσης αυτή τη στιγμή εκ των πραγμάτων δεν βοηθάει το ΠΑΣΟΚ να στηριχθεί. Αυτό είναι δεδομένο…

Προφανώς υπάρχει ένα πρόβλημα πολιτικής φυσιογνωμίας κατά την προσωπική μου άποψη που πρέπει να συζητηθεί, υπάρχει ένα πρόβλημα χαμένης ευκαιρίας που έχει να κάνει κυρίως με τους ψηφοφόρους που μετανάστευσαν προς τον ΣΥΡΙΖΑ τις προηγούμενες δεκαετίες, που στο ενδιάμεσο της τελευταίας τριετίας, τετραετίας με την κατάσταση της καθολικής διάλυσης ουσιαστικά του ΣΥΡΙΖΑ, δεν κατέστη δυνατόν να τους ξαναπλησιάσουμε και υπάρχει ένα ακόμα μεγαλύτερο πρόβλημα με το 1,5 εκατομμύριο ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ που έχουν να ψηφίσουν από το 2009, από την τελευταία φορά που ψήφισαν τον Γιώργο Παπανδρέου και οι οποίοι μας βλέπουν ακόμα με πολύ μεγάλη δυσπιστία.

Αυτό έχει να κάνει κυρίως με το γεγονός ότι παρόλο που έχουμε ένα ιδιαίτερα καλά επεξεργασμένο, ένα εξαιρετικά καλό πρόγραμμα σε τεχνοκρατικό ή τεχνικό επίπεδο για την επόμενη μέρα για μια προοδευτική διακυβέρνηση, δεν έχουμε κατορθώσει να πείσουμε τον κόσμο ότι μπορούμε να αλλάξουμε τα πράγματα υπέρ του κατώτερου ενός τρίτου της κοινωνίας, που αυτός είναι ο ρόλος ενός σοσιαλδημοκρατικού κόμματος.

Δεν πιστεύετε όμως αυτό που πολύς κόσμος συζητά, ότι δυστυχώς τις τελευταίες περίπου δύο δεκαετίες στερούμαστε ηγετικών φυσιογνωμιών στην αριστερά, οι οποίες φυσιογνωμίες μπορούν αυτό που λέτε εσείς, ένα πολύ καλό πρόγραμμα, να το κοινωνήσουν στους πολίτες με πολύ πιο διεισδυτικό τρόπο;

Νομίζω ότι είναι πρόβλημα διαδικασιών, κοινωνικών διεργασιών και δευτερευόντως ηγετών. Αυτό που λέγεται επίσης πολύ συχνά τελευταία, ότι η εποχή των μεγάλων ηγετών έχει περάσει, των προσωπικοτήτων τύπου Κωνσταντίνου Καραμανλή ή Ανδρέα Παπανδρέου, νομίζω ότι είναι ένα πολύ σύνηθες φαινόμενο που δεν έχει να κάνει με το ότι είμαστε άτυχοι και δεν μπορέσαμε να διαλέξουμε ή να πέσουμε πάνω στον κατάλληλο άνθρωπο με τα κατάλληλα ταλέντα. Έχει κυρίως να κάνει με αυτό που ζητάει η κοινωνία σήμερα και με τον τρόπο με τον οποίο τον αναζητεί. Το οποίο – γιατρός είμαι όπως ξέρετε δεν είμαι κοινωνιολόγος – ακόμα και οι κοινωνιολόγοι από ό,τι διαβάζω, με δυσκολία μπορούν να το αναλύσουν. Μπαίνουμε σε μια καινούργια εποχή, όλο και πιο συχνά μιλάμε για «μεταδημοκρατία», για «μετακόμματα», δηλαδή ουσιαστικά για κελύφη τα οποία διαχειρίζονται επικοινωνιακά μια εικονική πραγματικότητα. Για μένα το «μετακόμμα», όταν δεν υπάρχει διαδικασία εσωτερική, δεν υπάρχει πολιτικός διάλογος, δεν υπάρχουν κινήματα που να συναρθρώνονται στους επιμέρους κοινωνικούς χώρους σε μια ενιαία έκφραση, ουσιαστικά είναι ένα κέλυφος, μία επικοινωνιακή κάλυψη.

Για την κ. Καρυστιανού, έχω ιδιαίτερες επιφυλάξεις για το αν θα μπορέσει να κατεβεί τελικά, να φτάσει μέχρι τις εκλογές να συγκροτήσει κόμμα. Αφενός για τα σοβαρά προβλήματα που έχει σε σχέση με την πολιτική η ίδια σε προσωπικό επίπεδο, δηλαδή η πολιτικοποίησή της και αφετέρου για τη συστηματική λυσσώδη υπονόμευση από την πλευρά της Νέας Δημοκρατίας

Το ΠΑΣΟΚ λοιπόν όπως και εσείς είπατε «μάτωσε» από την πολιτική αποστροφή ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας που ψήφιζε και δεν πάει να ψηφίσει, λεηλατήθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ στα χρόνια των μνημονίων, λεηλατείται συστηματικά από τη Νέα Δημοκρατία που αυτή τη στιγμή συνεχίζει να είναι ο κυρίαρχος παίκτης στο πολιτικό κέντρο και προσεχώς έχει απέναντί της νέους παίκτες στο παιχνίδι, τον κύριο Τσίπρα και το κόμμα της κυρίας Καρυστιανού. Πώς βλέπετε αυτές τις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται και πώς μπορεί το ΠΑΣΟΚ να επιβιώσει σε αυτές;

Καταρχήν δεν μου αρέσει ο όρος ότι το «ΠΑΣΟΚ λεηλατήθηκε». Το ΠΑΣΟΚ προσέκρουσε στη δικαιολογημένη λαϊκή αγανάκτηση προσπαθώντας να σώσει τη χώρα από τη χρεοκοπία στην οποία την οδήγησε ο Κώστας Καραμανλής. Το ΠΑΣΟΚ κληρονόμησε μια χρεοκοπία και προσπάθησε με γενναιότητα να την διαχειριστεί την εποχή που ο Αντώνης Σαμαράς ως αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας έκανε αυτό που λέμε «συντήρηση κόμματος». Πήγε απέναντι με τα απίθανα «Ζάππεια» τον πρώτο καιρό, ουσιαστικά ακυρώνοντας τις προσπάθειες μεταρρύθμισης τις οποίες είχε ξεκινήσει η κυβέρνηση Παπανδρέου. Αυτή είναι μια παλιά ιστορία, εν πάση περιπτώσει, υπάρχει όντως πάρα πολύς κόσμος απογοητευμένος, υπάρχει ένα μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος που δεν ψηφίζει, έχει δηλωμένη πλέον αποστροφή για το σύστημα γενικώς, και υπάρχει ένα πολύ σημαντικό και το οποίο αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό και χειροτερεύει, κομμάτι της κοινωνίας το οποίο αναζητά σωτήρες, είτε είναι η κυρία Καρυστιάνου, είτε είναι ο κύριος Τσίπρας, είτε είναι κάποιος άλλος που θα εμφανιστεί, ή ψηφίζει τιμωρητικά ή για πλάκα και ψηφίζει οτιδήποτε μπορεί κανείς να φανταστεί, ή ψηφίζει δυνητικούς σωτήρες. Με αποτέλεσμα, να έχουμε τα τελευταία χρόνια αν κοιτάξετε τη σύνθεση των ελληνικών κοινοβουλίων, απίθανα πράγματα, και σε προσωπικό επίπεδο, δηλαδή σε επίπεδο ανθρώπων, προσωπικοτήτων, αλλά ακόμα και σε επίπεδο κομμάτων με αποκορύφωμα στα δικά μου χρόνια την εκείνη την απίθανη κοινοβουλευτική ομάδα του κ. Λεβέντη.

Ένα σύντομο σχόλιο και για την επικείμενη επιστροφή του κυρίου Τσίπρα στην κεντρική πολιτική σκηνή αλλά και για την κυρία Καρυστιανού…

Για την κ. Καρυστιανού, έχω ιδιαίτερες επιφυλάξεις για το αν θα μπορέσει να κατεβεί τελικά, να φτάσει μέχρι τις εκλογές να συγκροτήσει κόμμα. Αφενός για τα σοβαρά προβλήματα που έχει σε σχέση με την πολιτική η ίδια σε προσωπικό επίπεδο, δηλαδή η πολιτικοποίησή της και αφετέρου για τη συστηματική λυσσώδη υπονόμευση από την πλευρά της Νέας Δημοκρατίας. Μπορεί η Νέα Δημοκρατία στα social media να λέει ότι το κόμμα της κ. Καρυστιάνου απειλεί κυρίως την αντιπολίτευση, στην πραγματικότητα όμως – και έτσι όπως συγκροτείται σιγά σιγά ο λόγος της που είναι συντηρητικός, εντελώς συντηρητικός για να μην πω τίποτα άλλο – απειλεί κυρίως τη Νέα Δημοκρατία και απειλεί το διακύβευμα των επόμενων εκλογών το οποίο δεν είναι αυτοδυναμία πλέον, αλλά το θέμα του εκλογικού μπόνους. Η Νέα Δημοκρατία κινδυνεύει όχι να χάσει τόσο πολύ την πρώτη θέση που νομίζω ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο, κινδυνεύει όμως να χάσει το 25%, να πάει κάτω από αυτό το εκλογικό όριο, που σημαίνει ότι χάνει τον μπόνους των 30 εδρών που δίνει ο νόμος και αυτό ουσιαστικά της ακυρώνει κάθε πιθανότητα να συνεργαστεί με κάποιον, δηλαδή τον κύριο Βελόπουλο κατά τη γνώμη μου, μετά τις εκλογές και να σχηματίσει καινούργια κυβέρνηση. Αυτό νομίζω ότι είναι το ένα.

Ο κύριος Τσίπρας από την άλλη, λειτουργεί με τον τρόπο που λειτουργούσε πάντα, έχει περιορισμένη πλέον απήχηση στον χώρο της Αριστεράς και ακόμα λιγότερη στον χώρο της κεντροαριστεράς. Δεν είναι μόνο τα θέματα της διακυβέρνησης της περιόδου ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, της συνεργασίας ουσιαστικά με το βαθύ καραμανλικό κράτος. Νομίζω ότι το βασικό πρόβλημα που έχει να κάνει με τον κ. Τσίπρα είναι πως του χρεώνουν οι ψηφοφόροι της Αριστεράς τα καραγκιοζιλίκια με τον κ. Κασσελάκη…

Θεωρώ λοιπόν ότι εδώ δημιουργείται ένα πολιτικό σκηνικό που φαίνεται εκ πρώτης όψεως να το έχει επιδιώξει – και ως ένα σημείο να την εξυπηρετεί ιδιαίτερα – η Νέα Δημοκρατία. Μια πολυδιάσπαση στον χώρο της Αριστεράς, καθώς η εμφάνιση του κ. Τσίπρα ακυρώνει τις πιθανότητες το ΠΑΣΟΚ που είναι αξιωματική αντιπολίτευση να ανέβει πάνω από το 15-18%, ακριβώς γιατί υπάρχει ένας σημαντικός ανταγωνιστής πλέον στην Αριστερά.

Όταν μιλήσατε για ενδεχόμενο μεταεκλογικής συνεργασίας της Νέας Δημοκρατίας, πήγατε αμέσως στον κύριο Βελόπουλο, ενώ πολλοί λένε ότι το πιο πιθανό είναι να δούμε μια συνεργασία ΠΑΣΟΚ και Νέας Δημοκρατίας. Θέλω να μου πείτε κατά πόσο πιστεύετε εσείς ότι μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο και επίσης να βάλω στην εξίσωση και το αίτημα του κυρίου Δούκα να δεσμευτεί προεκλογικά από το ΠΑΣΟΚ ότι δεν πρόκειται να προχωρήσει μετεκλογικά σε συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία…

Νομίζω ότι το αίτημα του κυρίου Δούκα θα έπρεπε να είναι μια ολοκληρωμένη πολιτική πλατφόρμα, στόχοι και επιδιώξεις δηλαδή μιας μέλλουσας κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, το οποίο εκ των πραγμάτων θα ακύρωνε τη συνεργασία με οποιονδήποτε συντηρητικό πολιτικό σχηματισμό. Έστω κι έτσι όμως, θεωρώ ότι το ΠΑΣΟΚ δεν έχει ούτε το DNA για να συνεργαστεί μακροπρόθεσμα με τη Νέα Δημοκρατία, – η περίοδος του 2010-2012 ήταν τελείως διαφορετική κατάσταση – ούτε κανέναν πολιτικό λόγο. Δεν υπάρχει καμιά πολιτική συγγένεια και αν θέλουμε να είμαστε λίγο κυνικοί, δεν έχει κανένα πολιτικό συμφέρον να το κάνει μετά τη μια ενδεχόμενη εκλογική μάχη. Δεν έχει να κερδίσει τίποτα, ας το να το πω όσο πιο απλά γίνεται, παρά μόνο να χάσει.

Από την άλλη πλευρά, ξαναλέω, η συνεργασία κομμάτων τα οποία μοιράζονται τις ψήφους μιας Νέας Δημοκρατίας που μέχρι το 2004 δεν είχε τίποτα στα δεξιά της και όλες οι συντηρητικοί ψηφοφόροι με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο κατέληγαν σε αυτή, είχε στα σπλάχνα της, στο κόμμα της, πολλούς από τους ανθρώπους που τώρα είναι υποτίθεται απέναντί της: Τον Κυριάκο Βελόπουλο ή ακόμη και στους Σπαρτιάτες υπάρχουν άνθρωποι που δηλώνανε κάποτε οπαδοί της. Είναι λοιπόν πολύ πιο εύκολο ιδεολογικά και πολιτικά να συνεργαστεί με εκείνους. Ούτε η Νέα Δημοκρατία νομίζω ότι έχει καμιά όρεξη να μπλέξει με το ΠΑΣΟΚ στην πραγματικότητα, θεωρώ ότι όλη αυτή η συζήτηση συντηρείται ακριβώς γιατί κάνει κακό σε οποιοδήποτε κόμμα βρίσκεται στη μέση.

Συγκροτώντας μια πολιτική πλατφόρμα η οποία επιδιώκει πράγματα τα οποία αφορούν τους μη προνομιούχους, τους μικρομεσαίους, δημιουργείς μια πολιτική πρόταση η οποία σε φέρνει σε σύγκρουση αυτομάτως με τη Νέα Δημοκρατία. Δεν χρειάζεται να κάνεις άλλη κουβέντα για το αν μπορείς να συνεργαστείς με τη Νέα Δημοκρατία. Και αυτό είναι το διακύβευμα νομίζω.

Σήμερα (στον δήμο Λαρισαίων) απουσιάζει από τις υφιστάμενες παρατάξεις το όραμα και η διάθεση για τη συγκρότηση μακροπρόθεσμων πολιτικών και μεγάλων έργων τα οποία θα σημαδέψουν την πόλη. Αυτή τη στιγμή η διαχείριση των σκουπιδιών και ποιος κάνει καλύτερα πεζοδρόμια, αποτελούν το αντικείμενο της συζήτησης

Κάντε μου ένα σχόλιο για την εκκίνηση από την πλευράς κυβέρνησης, της διαδικασίας διαλόγου για τη συνταγματική αναθεώρηση αξιολογώντας και αυτά τα οποία προτάσσει το Μέγαρο Μαξίμου ως μεταρρυθμιστική ανάγκη.

Νομίζω ότι στην κουβέντα για το Σύνταγμα το ΠΑΣΟΚ έδειξε μεγάλη σοβαρότητα ως πρώτη αντίδραση. Ένα από τα προβλήματα που συμφωνούμε όλοι πλέον, είναι η κρίση των θεσμών. Ο κόσμος, οι άνθρωποι, δεν εμπιστευόμαστε – βάζω και τον εαυτό μου μέσα – τους θεσμούς της Δημοκρατίας μας, είτε αυτός είναι η Δικαιοσύνη,  είτε είναι η Βουλή, είτε είναι ο τρόπος με τον οποίο γίνονται οι εκλογές. Ένας σωρός πράγματα. Για να αλλάξουν όλα αυτά, χρειάζεται πολιτική γενναιότητα από τη μεριά του πολιτικού συστήματος που δεν την βλέπω, καθώς χρειάζονται βαθιές συνταγματικές αλλαγές. Για παράδειγμα στη Δικαιοσύνη, χρειάζεται να κοπεί ο ομφάλιος λώρος, να σταματήσει η πολιτική εξουσία να ορίζει τις ηγεσίες των δικαστηρίων. Είναι μια γόνιμη συζήτηση νομίζω η συνταγματική και πρέπει να γίνει χωρίς παρωπίδες. Το ΠΑΣΟΚ δήλωσε ότι θα επανέλθει με πολιτικές θέσεις δικές του, δηλαδή δικές του προτάσεις.

Επί προσωπικού τώρα. Σπεύσατε στην αρχή, στην πρώτη σας τοποθέτηση στη συζήτηση, να διευκρινίσετε ότι δεν έχετε κάποια πολιτική φιλοδοξία στο άμεσο μέλλον. Δεν αποκλείσατε όμως το απώτερο. Θέλω να μου πείτε εάν βλέπετε πολιτικό μέλλον για τον εαυτό σας μέσα από την κεντρική πολιτική σκηνή ή ενδεχομένως και μέσα από την αυτοδιοίκηση, είτε σε επίπεδο περιφέρειας είτε σε επίπεδο δήμου.

Γνωρίζω τις συζητήσεις που γίνονται στα πολιτικά καφενεία της περιοχής. Το έχω πει πολλές φορές, θα το πω όσο πιο απλά γίνεται: Το ότι κάθονται πέντε – έξι και συζητάνε για το «ποιον να βάλουμε δήμαρχο» δεν σημαίνει ότι ενδιαφέρομαι για δήμαρχος. Υπάρχουν δύο προϋποθέσεις για να ασχοληθώ με κάτι, οτιδήποτε πέρα από το προσωπικό και επαγγελματικό κώλυμα που έχω αυτή την εποχή,

Πρέπει να πιστεύω ότι μπορεί να αλλάξει κάτι, γιατί και την πρώτη φορά που άφησα τη δουλειά μου και κατέβηκα στην πολιτική – πείτε με αφελή – εκείνη την κρίσιμη περίοδο του 2014-2015, πίστευα ότι μπορούν να αλλάξουν κάποια πράγματα. Πρέπει να υπάρχει ένα σενάριο πολιτικό που να εγγυάται ότι κάποια πράγματα που βρίσκονται σήμερα σε μια κατάσταση λιμνάζουσα ή είναι κακώς κείμενα, ότι μπορούν να αλλάξουν. Επιπρόσθετα, πρέπει να δημιουργηθεί μια τέτοια πολιτική κίνηση, μια τέτοια συγκέντρωση ανθρώπων με τέτοια ποιοτικά χαρακτηριστικά, που θα μπορούσαν να συνδράμουν σε αυτό, γιατί δεν φτάνει μόνο η καλή προαίρεση.

Μιλήσατε πριν για το δήμο, για δήμαρχο, και αν και το φέρατε ως παράδειγμα, δεν ήταν τυχαίο, καθότι μετά την βαριά ήττα του κυρίου Καλογιάννη το 2023 στον Δήμο Λαρισαίων διαπιστώνεται εκεί ένα κενό ηγεσίας στα κεντροαριστερά. Άρα είναι εύλογο να αναζητεί κανείς μια «φρέσκια» προσωπικότητα που θα μπει απέναντι σε έναν δήμαρχο ο οποίος είναι και μικρός σε ηλικία, αλλά και διανύει μόλις την πρώτη του θητεία…

Για την άμεση περίοδο οι επαγγελματικές και οικογενειακές μου υποχρεώσεις δεν μου επιτρέπουν να συζητήσω τίποτα τέτοιο. Επειδή όμως το θέτετε ευθέως, δεν με ενδιαφέρει ο δήμος. Για το δήμο θα έλεγα ότι το πρόβλημα στη Λάρισα είναι η έλλειψη οράματος και μακροπρόθεσμων πολιτικών. Κι αυτό είναι κάτι που αφορά τους πάντες. Δεν αφορά μόνο την προοδευτική παράταξη η οποία ταλανίζεται από αντιπαραθέσεις από την εποχή που ο κ. Καφφές είχε εσωκομματικό αντίπαλο και διασπάστηκε η παράταξη. Σήμερα απουσιάζει από τις υφιστάμενες παρατάξεις το όραμα και η διάθεση για τη συγκρότηση μακροπρόθεσμων πολιτικών και μεγάλων έργων τα οποία θα σημαδέψουν την πόλη. Αυτή τη στιγμή η διαχείριση των σκουπιδιών και ποιος κάνει καλύτερα πεζοδρόμια, αποτελούν το αντικείμενο της συζήτησης.

Εδώ όμως έχουμε μεγάλα προβλήματα χωροταξικά και πολιτικά με τα οποία δεν ασχολείται κανένας. Θέλουμε καινούργιες γέφυρες, θέλουμε καινούργιους δρόμους, θέλουμε καινούργιες κατευθύνσεις για την πόλη, θέλουμε πολεοδόμηση νέων περιοχών γιατί η Λάρισα είναι μία πόλη που ασφυκτιεί. Γι’ αυτά όμως δεν συζητάει κανένας.

Σας ευχαριστώ πολύ γι’ αυτή τη συζήτηση.

Εγώ σας ευχαριστώ.

Ακολουθήστε το onlarissa.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις
Ετικέτες