StoriesΛΑΡΙΣΑΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΟ
Πριν τα μεγάλα μαγαζιά, υπήρχε η μπουάτ: Πώς γεννήθηκε η νυχτερινή Λάρισα μέσα από τη φωνή του Ντίνου Κατή

Ημίφως, χαμηλά τραπεζάκια και καρέκλες, τσιγάρο και βερμούτ, ένα πιάνο, μια κιθάρα, μουσικές από το Νέο Κύμα, αλλά και Χατζηδάκις, Θεοδωράκης, Σπανός, Λοίζος και Μούτσης. Συναυλιακή και αισθαντική ατμόσφαιρα. Η φωνή του Ντίνου Κατή οδηγούσε τους Λαρισαίους της δεκαετίας του ΄70 και ΄80 σε μυσταγωγικές βραδιές…
Εσπερίδες, Ρομάντικα, Πτι Παλέ, Τέικ Φάιβ, Καφέ Σαντάν, Studio 53, αίθουσα «Λαμπυρίδες» στο music hall Διονύσιον, The Club… είναι η ιστορία της μπουάτ στη Λάρισα, η οποία είναι απόλυτα συνδεδεμένη με το πρόσωπο του Ντίνου Κατή, ο οποίος έχει χαρακτηριστεί ο τροβαδούρος της Λάρισας.
Της Εύης Μποτσαροπούλου
Οι μπουάτ ξεκίνησαν από την Πλάκα στην Αθήνα τη δεκαετία του ΄60. Φημολογείται ότι ο όρος μπουάτ ανήκει στον Γιάννη Σπανό, που μόλις είχε επιστρέψει από το Παρίσι. Η συγκεκριμένη λέξη δε, βγαίνει από τη γαλλική boîte που σημαίνει κουτί. Οι μπουάτ υπήρξαν κυψέλες συγκίνησης και συνδέθηκαν με το Νέο Κύμα, που είναι μετάφραση του ομώνυμου κινηματογραφικού κινήματος nouvelle vauge, που επικράτησε στη Γαλλία κατά τη δεκαετία του ΄50 και μεταφέρθηκε στην ελληνική μουσική σκηνή επίσης από τον Γιάννη Σπανό.
Όπως για την Αθήνα «η φωνή των μπουάτ» ήταν ο Λάκης Παππάς, ο Ντίνος Κατής υπήρξε η φωνή και η ψυχή των μπουάτ στη Λάρισα. Είναι ο «άνθρωπος-κλειδί», όπως λέει χαρακτηριστικά ο φίλος του και στενός συνεργάτης επί σειρά ετών κ. Ανδρέας Καλογιάννης, που «δημιούργησε την ατμόσφαιρα των μπουάτ στη Λάρισα».

Αν και δεν έχω προλάβει καμία από τις λαρισαϊκές μπουάτ, ούτε έχω γνωρίσει τον ίδιο τον Ντίνο Κατή, η ατμόσφαιρα που μου περιγράφουν και οι ιστορίες που μου διηγούνται η κόρη του Χάιδω Κατή και ο Ανδρέας Καλογιάννης, με ένα περίεργο, σχεδόν αντανακλαστικό τρόπο, ξυπνούν μνήμες της δικής μου παιδικής ηλικίας μέσα από τις μουσικές που ακούγονταν στο σπίτι μας και τις διηγήσεις της μητέρας μου για την εποχή που οι Λαρισαίοι έβγαιναν με τις παρέες τους, τραγουδούσαν και στο τέλος της βραδιάς κατέληγαν να γίνονται όλοι τους μία και μόνο παρέα στα μικρά μαγαζιά που φιλοξενούσαν τις λαρισαϊκές μπουάτ.
Οι μπουάτ τότε στη Λάρισα, απευθύνονταν στους ανθρώπους που αγαπούσαν το καλό ακουστικό τραγούδι, με μεταφέρει στο κλίμα ο Ανδρέας Καλογιάννης. «Τα τραγούδια τα επιλέγαμε με βάση την αισθαντικότητα, τη συναισθηματική τους δύναμη και μελωδία. Εκτός από το Νέο Κύμα, Χατζηδάκι, Θεοδωράκη, Λοίζο και Μούτση, παίζαμε και λαϊκά τραγούδια με μεγάλο συναισθηματικό φορτίο. Πριν τραγουδήσει κάποιο τέτοιο, έλεγε ο Ντίνος στο κοινό «Έλα να ακούσεις τώρα ένα κλάμα» και προσπαθούσε πάντα να σε μεταφέρει σε αυτή τη βαθιά συναισθηματική κατάσταση.
Αυτό που μας ενδιέφερε ήταν ο ήχος να είναι εξαιρετικός και η ένταση χαμηλή. Μέσα στο χώρο επικρατούσε μια ησυχία, μια μυσταγωγία. Το επιζητούσε και ο Ντίνος· αν κάποιοι μιλούσαν μεταξύ τους, τους ρωτούσε: «μήπως σας ενοχλώ;». Πολλές φορές αργά τα βράδια, τότε που μένανε λίγοι και γινόμασταν όλο το μαγαζί μια παρέα, βγάζαμε τα μηχανήματα και παίζαμε πραγματικά μόνο ζωντανά.
Συχνά κάναμε και πολυφωνικά τα τραγούδια με τον Ντίνο και την Αλεξάνδρα Ζεμπίλη, η οποία είχε μια καταπληκτική φωνή· μόλις είχε έρθει η Αλεξάνδρα από τις πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες, δεν θυμάμαι από ποια συγκεκριμένα, την εποχή του επαναπατρισμού των παλλινοστούντων Ελλήνων. Τα λέγαμε τα τρίφωνα και ήταν σαν να επαναφέραμε το ΄80 μια μόδα που επικρατούσε τη δεκαετία του πενήντα και του εξήντα. Ο Ντίνος πάντα προσπαθούσε να μας μάθει να αποφεύγουμε τις μιμήσεις, μας παρότρυνε να εκφραστούμε ελεύθερα και γνήσια… οι πρόβες μας ήταν πάντα ατελείωτες…
Ερχόταν όλες οι ηλικίες, από φοιτητές μέχρι πενηντάρηδες και εξηντάρηδες. Υπήρχε βέβαια ένα σταθερό κοινό περί των 300 ατόμων που μας ακολουθούσαν όπου πηγαίναμε. Όταν έμπαινε κάποιος γνωστός ο Ντίνος του έπαιζε το αγαπημένο του τραγούδι. Θυμάμαι τη χαρακτηριστική σκηνή που επαναλαμβανόταν κάθε φορά που έμπαινε ο Τάκης Δημητρακόπουλος, εκδότης της εφημερίδας Ελευθερία με την παρέα του· ο Ντίνος του έπαιζε το Ένας φίλος ήρθε απόψε από τα παλιά · ήταν το αγαπημένο του Δημητρακόπουλου. Το αγαπημένο τραγούδι του Ντίνου ήταν το Ιδανικό μου του Γιάννη Αργύρη…
Εγώ τον Ντίνο τον γνώρισα στο Πτι Παλέ που έπαιζαν οι δυο τους με την Αλεξάνδρα κομμάτια του Χατζή και έγινα θαμώνας. Ο Ντίνος με παρότρυνε να ανέβω στη σκηνή· υπήρχε ένα πιάνο στο οποίο δεν έπαιζε κανείς, κάθισα και δεν ξανασηκώθηκα…
Για μένα ο Ντίνος ήταν σαν ο μεγάλος μου αδερφός. Δεν ήταν απλά μια συνεργασία όλα αυτά τα χρόνια· ήταν βαθιά φιλία και κάτι σαν παιχνίδι. Ο Ντίνος ήταν ένας γλυκύτατος άνθρωπος… το χειρότερο που μπορούσε να πει για κάποιον που δεν χώνευε ήταν… «το χρυσό μου». Μου έκανε πάντα εντύπωση η αγάπη του για τους νέους καλλιτέχνες, τους οποίους αγκάλιαζε και τους βοηθούσε να εξελιχτούν καλλιτεχνικά. Για μένα ήταν μεγάλο σχολείο…
«Ο πατέρας μου ήταν αυτοδίδακτος στην κιθάρα» μου λέει η Χάιδω Κατή για να συνεχίσει… «είχε ένα αδερφό, τον θείο Λάκη, ο οποίος βρισκόταν σε αναπηρικό καροτσάκι λόγω μηνιγγίτιδας, και έμαθε να παίζει κιθάρα για να έχουν παρέες και να βγαίνουν με το θείο. Οι σπουδές του ήταν στα οικονομικά και δούλευε στο Δήμο Λαρισαίων, από τον οποίο απολύθηκε το 1967 λόγω πολιτικών φρονημάτων. Το 1970 περίπου, δούλεψε για πρώτη φορά στις Εσπερίδες μαζί με το τρίο που είχε φτιάξει με τον φροντιστή αγγλικών Μιχάλη Σοφιάδη και τον Βαγγέλη Τζουβαλέκα, το Τρίο Ραμόνε.


Λίγο αργότερα άνοιξε το δικό του χώρο το Ρομάντικα, στην οδό Βόλου· ήταν το πρώτο μεγάλο κέντρο διασκέδασης στην πόλη, όπου έχουν κάνει εμφανίσεις και πολλοί γνωστοί καλλιτέχνες από την Αθήνα. Το 1980 το πουλήσαμε το Ρομάντικα και πήγαμε στη Ρόδο για δύο χρόνια.

Όταν επιστέψαμε, ξεκίνησε η χρυσή εποχή των μπουάτ στη Λάρισα, πρώτα με το Πτι Παλέ στη Κουμουνδούρου. Ακολούθησαν το Τέικ Φάιβ στην Ηπείρου, το Καφέ Σαντάν πάνω από τα Goodys στην Κεντρική Πλατεία, το Studio 53 για μία διετία, η αίθουσα «Λαμπυρίδες» στο music hall Διονύσιον την εποχή που το γνωστό σινεμά είχε κλείσει και είχε χωριστεί σε δύο αίθουσες. Το τελευταίο μαγαζί που δούλεψε ήταν το The Club στην οδό Βόλου μόλις περνούσες τις γραμμές. Για ένα διάστημα έπαιζε και στο Platamon Stop στον Πλαταμώνα.


Σχεδόν όλα αυτά τα χρόνια, ο πατέρας μου είχε δύο βασικούς συνεργάτες, την Αλεξάνδρα Ζεμπίλη και τον δικηγόρο Αντρέα Καλογιάννη· ο Ανδρέας ήταν απίστευτα ταλαντούχος, αυτός ενορχήστρωνε όλα τα τραγούδια. Ο Ανδρέας και η Αλεξάνδρα, αλλά και οι άλλοι συνεργάτες του πατέρα μου, ο Γιώργος Πλάδας που έπαιζε μπουζούκι, ο Γιάννης Αχυρόπουλος που έπαιζε πιάνο και τώρα ζει στο Παρίσι, ο δημοσιογράφος Κωστής Μπεκιαρόπουλος, ο Αποστόλης Μπαλάνος που έπαιζε κιθάρα και τραγουδούσε, ο Κώστας Νοτόπουλος, όλοι αυτοί οι άνθρωποι ήταν τα παιδικά μου χρόνια… Εμείς με τον αδερφό μου μεγαλώσαμε μέσα σε μουσικές πρόβες· από το μεσημέρι και μετά πολύ συχνά όλοι τους κάνανε πρόβες στο σπίτι μας. Τότε θεωρούσα ότι έτσι ζούνε τα παιδιά. Με όλο αυτό το κέφι και τη μουσική στο σπίτι μας. Κάποιες φορές που έλειπε κάποιος, ο μπαμπάς με έβαζε να κάνω τις δεύτερες νότες.
Τελευταία φορά που άκουσα τον πατέρα μου να τραγουδάει ήταν στις 17 Μάϊου του 1994· την επομένη σκοτώθηκε ο αδερφός μου, ο Δήμος, και ο πατέρας μου δεν ξανατραγούδησε ποτέ. Πέθανε ένα χρόνο μετά. Ήταν πολύ νέος, μόλις 57 ετών.
Νιώθω ευγνωμοσύνη που είχα αυτόν για πατέρα· μας μεγάλωσε με τόσα ερεθίσματα και με τόση ελευθερία… ήθελε πάντα να μας βλέπει να ανθίζουμε και να εξελισσόμαστε».
Και οι δυο τους, και ο Ανδρέας Καλογιάννης και η Χάιδω μου μίλησαν με έντονη συναισθηματική φόρτιση και νοσταλγία. Και έναν σεβασμό.
Ομολογώ πως ένιωσα μια ζήλια, γιατί έχασα όλο αυτό που είχαν ζήσει εκείνοι και τόσοι άλλοι Λαρισαίοι… Τους ευχαριστώ για τη συνομιλία μας, το φωτογραφικό υλικό παραχώρησε στο onlarissa.gr η Χάιδω Κατή. Ευχαριστώ ιδιαίτερα τον κ. Καλογιάννη για το ηχητικό απόσπασμα από το τραγούδι του Γιάννη Αργύρη «Ιδανικό μου» σε εκτέλεση Ντίνου Κατή και ενορχήστρωση του ιδίου, που προέρχεται από τις εμφανίσεις τους στο The Club και το οποίο είναι ανέκδοτο και ακούγεται σε πανελλήνια βάση για πρώτη φορά.

Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις





