ΛΑΡΙΣΑΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΟ
Πιάτα, λουλούδια και σαμπάνιες backstage: Οι επιχειρήσεις μονοπώλια που προμήθευαν για δεκαετίες τα μπουζούκια της Λάρισας και όχι μόνο

Θα μπορούσα να ξεκινήσω να γράφω το παρόν με πολλούς διαφορετικούς τρόπους· για την backstage βιομηχανία που στήριξε αυτή των μπουζουκιών μιλάω. Άλλες φορές δεν ξέρεις πώς να ξεκινήσεις και άλλες από πού να πρωτοξεκινήσεις…
Με ένα αγαπημένο παιδικό βιβλίο. Με τον Πανταζή, τον Λεπά, και τον κουμπάρο του από το Μεσολόγγι που είχε θερμοκήπια και έβαλε τα λουλούδια στα μπουζούκια για να κάνει μπίζνες εκτοπίζοντας τις σαμπάνιες. Με μια πληροφορία που μου τριβέλιζε το μυαλό ότι στη Λάρισα υπήρξαν κάποτε βιοτεχνίες που φτιάχνανε αποκλειστικά γύψινα πιάτα για σπάσιμο· η έρευνα κατέστη άκαρπη. Με ένα βράδυ στην Αθήνα. Με ότι το σπάσιμο των πιάτων πρέπει να καθιερωθεί στην πολιτισμική ιστορία της Ελλάδας. Με το μονοπώλιο που υπήρχε. Με κάτι πυροβολισμούς ένα βράδυ σε μπουζουκερί της Λάρισας την ώρα που ο ιδιοκτήτης πλήρωνε το φορτίο της εβδομάδας με τα λουλούδια. Με τις γαρδένιες του Παπαϊωάννου στο Ρίο. Με τα πιάτα στοιβαγμένα σε πύργους μέχρι το ταβάνι που γινόταν πρώτα φλαμπέ. Με το ότι οι σαμπανίτσες δεν έχουν αλκοόλ. Με τη Γεωργία, τη λουλουδού, που δεν κατάφερα να βρω. Με το cult της υπόθεσης. Με την ουσία της υπόθεσης.
Με το πόσο η Λάρισα υπήρξε η βασίλισσα της νύχτας. Με… Με…
Της Εύης Μποτσαροπούλου
Θα ξεκινήσω με ειλικρίνεια.
Δεν έχω πάει ποτέ στο Φάληρο. Δεν έχω σπάσει ποτέ πιάτα στα μπουζούκια. Μου έμεινε απωθημένο. Παραλίγο, να το κάνω ψιλοπρόσφατα στην Αθήνα σε κάτι μπουζούκια σε όροφο στο Κολωνάκι (sic), αλλά και πάλι ανολοκλήρωτη έφυγα… Όντως υπάρχουν μπουζούκια petit στον πρώτο όροφο μιας πολυκατοικίας στην πλατεία στο Κολωνάκι, θα μπορούσε κάποτε εκεί να ήταν το ατελιέ ενός σχεδιαστή ρούχων (chic), με βιδωμένα τραπέζια και καρέκλες, λουλούδια και πιάτα για σπάσιμο. Ενθουσιάστηκα, αλλά δεν είναι του παρόντος.
Του παρόντος είναι το ποιοι και πως προμήθευαν επί χρόνια με γύψινα πιάτα, γαρίφαλα και σαμπάνιες τα Λαρισαϊκά μπουζούκια.
Ας το πάρουμε χρονολογικά το θέμα.

Τα πιάτα…
Η ιστορική αναδρομή
Εν αρχήν ην… τα πιάτα. Πιο πίσω δεν πάει. Από την αρχαιότητα τα σπάζανε οι πλούσιοι πρόγονοί μας· το πλύσιμο των σκευών δεν ήταν αναγκαιότητα για αυτούς αφού είχαν αρκετά χρήματα που τους επέτρεπαν να τα σπάνε και να αγοράζουν καινούργια. Στα συμπόσια το κάνανε και αυτοί, τα δικά τους πάρτι, αλλά δεν έχει βρεθεί καταλεικτική σχέση μεταξύ του σπασίματος πιάτων σήμερα στην Ελλάδα και του σπασίματος πιάτων στην αρχαιότητα.
Στην Ελλάδα άρχισαν να σπάνε πιάτα, με τη σύγχρονη έννοια του όρου τη δεκαετία του 1930, στους τεκέδες οι ρεμπέτες, κυρίως στον Πειραιά. Συνδέονται με τους πρόσφυγες που ήρθαν μετά την καταστροφή της Σμύρνης. Κακουχία, φτώχεια… μεθούσαν ή μαστούρωναν οι θαμώνες, χόρευαν το ζεϊμπέκικο να φύγει ο πόνος και ο νταλκάς και στο απόγειο της εκτόνωσης πετούσαν μαχαίρια στα πόδια αυτού που χόρευε. Τα αντικατέστησαν γρήγορα με πιάτα για να μην είναι τόσο επικίνδυνο. Από έναν επιχειρηματία, τον Μπαμπαβέα, ο οποίος άνοιξε το καμπαρέ Folies d’ été στο τέρμα της Ηρώδου του Αττικού, ξεκίνησαν όλα.
Τη δεκαετία του 1960 νομιμοποιήθηκαν· έγιναν μόδα. Λίγο η ταινία “Ποτέ την Κυριακή”, λίγο ο Ωνάσης… το σπάσιμο των πιάτων έγινε παγκοσμίως γνωστό. Τα στοιχεία λένε ότι τότε, στο απόγειο, οι Έλληνες κατά μέσο όρο έσπαγαν 100.000 πιάτα τον μήνα. Περισσότερα από 50 εργαστήρια εμφανίστηκαν που απασχολούσαν περισσότερους από 1000 ανθρώπους για να καλύψουν τις ανάγκες· αρχικά χρησιμοποιούσαν πραγματικά πιάτα, αλλά τελικά προχώρησαν σε αντίγραφα από γύψο για να μειώσουν το κόστος και τους τραυματισμούς.

Όλα τα ωραία κάποτε τελειώνουν. Στην ιστορία μας και αυτό το έκανε η Χούντα. Απαγόρεψε, μεταξύ τόσων άλλων, και τα πιάτα στα μπουζούκια. Σύμφωνα με τον αστικό μύθο, ο Παπαδόπουλος βρέθηκε ένα βράδυ στη «Νεράιδα» και ενοχλήθηκε πολύ από το σπάσιμο. Αυτό ήταν. Το επόμενο πρωί εξέδωσε διάταγμα, τα λάτρευε τα διατάγματα…, με το οποίο απαγόρευσε το σπάσιμο των πιάτων· τα σερβίτσια θα χρησιμοποιούνταν μόνο για φαγητό… Τελικά, ο Παπαδόπουλος υποχώρησε και επέτρεψε το σπάσιμο εφόσον δεν υπήρχε αντίρρηση από τους υπεύθυνους των μαγαζιών και τους υπόλοιπους θαμώνες. Τα πιάτα νίκησαν το καθεστώς! Θεωρητικά το σπάσιμο εξακολουθεί να είναι παράνομο μέχρι σήμερα, αλλά ποιος νοιάστηκε όλα αυτά τα χρόνια…
Κάποια στιγμή, η Μαρινέλλα στο μαγαζί που τραγουδούσε τότε έφερε μια νέα μόδα. Αντικατέστησε τα πιάτα με τα λουλούδια. Ήταν πιο κομψό. Σε πανέρια τα είχαν τότε. Ωστόσο, από το ρεπορτάζ προέκυψε μια άλλη πληροφορία. Τα λουλούδια επιβλήθηκαν στην αγορά της νύχτας από τον Λεπά, τον Λευτέρη Πανταζή. Είχε ένας κουμπάρος του θερμοκήπια με λουλούδια στο Μεσολόγγι και αποφάσισαν να κάνουν μόδα τα λουλούδια για να κάνουν τη μπίζνα τους. Κάτι σαν διαπλοκή ένα πράμα…
Με το βγήκε το ΠΑΣΟΚ η κατάσταση απογειώθηκε. Από το 1980 μέχρι τον Παπαθεμελή ήταν οι χρυσές εποχές. Όλη η Ελλάδα σε παροξυσμό τα έσπαγε στα μπουζούκια.
Υπήρχαν κανόνες, ιεροτελεστία. Ζητούσες μια ντουζίνα πιάτα, τα οποία το γκαρσόν είτε τα έσπαγε στη πίστα μπροστά στην τραγουδίστρια, είτε να τα άφηνε στο τραπέζι να τα σπάσει ο πελάτης. Το σπάσιμο γινόταν με ιδιαίτερη τέχνη. Το γκαρσόν, γονατισμένο στο ένα πόδι, κρατούσε στο δεξί ένα πιάτο, με το οποίο σφυρηλατούσε τα υπόλοιπα που έχει στοιβαγμένα και τα κρατούσε στο αριστερό. Άλλες φορές ο μετρ κρατούσε σφυράκι και τα έσπαζε· αυτό που το έμενε τελευταίο στο δεξί χέρι το πέταγε στην πίστα. Άλλες, πιο θεαματικές, τα πιάτα στοιβάζονται στη σκηνή, δημιουργώντας δύο ή και περισσότερες στοίβες ψηλές, στην κορυφή έβαζαν ένα ποτήρι με ποτό, τα πιάτα όλα καταβρέχονται με οινόπνευμα, το γκαρσόν τα άναβε και τα έκανε πρώτα φλαμπέ πριν τα σπάσει με το σφυράκι του ανεβασμένος σε καρέκλα ή σε σκάλα ανάλογα με το ύψος της στοίβας.

Η πραγματικότητα
Μίλησα με τον κ. Γκέντζο, τον υιό, από τη Θεσσαλονίκη. Ο πατέρας του άνοιξε την επιχείρηση “Γύψινα Πιάτα για σπάσιμο – Γκέντζος” στο Διαβατά στην Θεσσαλονίκη το 1982. Με τέτοιο όνομα πώς να μπερδευτείς; Από την αρχή φτιάχνανε γύψινα πιάτα αποκλειστικά για μπουζούκια. Ίσως σήμερα να είναι η μοναδική μεγάλη επιχείρηση που επιβίωσε και προμηθεύει το 80% της πιάτσας στην Ελλάδα· τις χρυσές εποχές, από το 1980 μέχρι 1993, και τον νόμο Παπαθεμελή, υπήρχαν 53 βιοτεχνίες στη βόρεια Ελλάδα, οι περισσότερες στη Θεσσαλονίκη.
Εκείνος μπήκε στη δουλειά από 10 χρονών. Τόσο ήταν την πρώτη φορά που ήρθε στη Λάρισα, το 1985, για το Φάληρο. «Η Λάρισα ήταν η πηγή του πιάτου. Όλα τα μπουζουξίδικα, το Σύρμα, το Ρίο, η Φαρίντα σπάγαν τότε πιάτα. Δεν ήταν μόνο το Φάληρο. Εμείς συνεργαζόμασταν με δύο μαγαζιά στη Λάρισα και ένα στην Αθήνα». Το Φάληρο και το Ρίο εννοεί. Δεν μπορούσαν να υποστηρίξουν περισσότερα, δεν προλάβαιναν… «Στο Φάληρο μόνο φέρναμε 25.000 πιάτα την εβδομάδα ή στις 10 μέρες. Τουλάχιστον 3 φορές την εβδομάδα ερχόμουν στη Λάρισα από 10 χρονών είτε με τον οδηγό είτε με τον πατέρα μου». Είχαν δικό τους φορτηγό εννοείται.
Μου εξηγεί λίγο καλύτερα τις ποσότητες για να καταλάβω τις τάξεις μεγέθους. Την ποσότητα που ζητούσε το Φάληρο, 25.000 πιάτα την εβδομάδα περίπου, χρειαζόταν δέκα μαγαζιά περίπου για να τη φτάσουν. «Στην αρχή τα πιάτα τα τυλίγαμε σε εφημερίδες και τα δέναμε με σπάγκο σε 25άδες. Θυμάμαι τα πουκάμισα των σερβιτόρων να γίνονται μαύρα κάθε φορά που ερχόμασταν στο Φάληρο από το ξεφόρτωμα· λέρωναν από τις εφημερίδες…».
Την κάθε 25άδα τότε τη χρεώνανε χονδρική 150 με 200 δρχ. και το μαγαζί την πουλούσε στους πελάτες 1000 δρχ. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και σήμερα. Πουλάνε 4 ευρώ την 25άδα στο μαγαζί και αυτό τη χρεώνει 20 ευρώ. «Η συνεργασία με το Φάληρο συνεχίστηκε μέχρι τέλους. Μέχρι πριν 3 χρόνια που έκλεισε. Σήμερα στη Λάρισα μόνο στο 9 όγδοα σπάνε πιάτα. Δικά μας είναι».
Μου λέει μια ιστορία. Δεν έγινε στη Λάρισα, αλλά στο Βόλο περίπου το 2000. «Είχαμε δραχμές ακόμα και ο Μπέος είχε την ομάδα… Το συμβάν έγινε στον Διόνυσο στην Αγριά. «Πηγαίναμε συνήθως παραγγελία 20.000 – 25.000 πιάτα και περνούσαν 10 – 15 μέρες για να μας ξαναπάρουν τηλέφωνο. Τη μία μέρα ξεφορτώσαμε με το φορτηγό και το άλλο πρωί δεχτήκαμε τηλέφωνο να τους μεταφέρουμε άλλα τόσα»…
Οι σαμπάνιες…
Ο άνθρωπός μας, ο κατάλληλος να μου μιλήσει για τις σαμπάνιες ήταν ο κ. Βρυσσάς. Μιλήσαμε στο τηλέφωνο, εκείνος οδηγούσε. Η επιχείρησή τους άνοιξε το 1987. «Από το 1994 μέχρι το 2005 η σαμπάνια πήγαινε τρένο. Τα Σάββατα είχαμε πάντα δύο βάρδιες για να ανταπεξέλθουμε, κάναμε υπερωρίες». Η πιο χαρακτηριστική ιστορία έγινε στο Ρίο ένα Σάββατο βράδυ. «Αιφνιδιάστηκα. Την προηγούμενη μέρα το πρωί είχαμε ξεφορτώσει 200 κιβώτια, δηλαδή 4.800 μπουκάλια σαμπάνιες. Δεν περίμενα να με ψάξει ο Παπαϊωάννου. Αλλά με πήρε στις 3 το βράδυ». Είχε ξεμείνει από σαμπάνιες. Δύο χωραφάδες σε διαφορετικές παρέες κάναν τη ζημιά. «Ο ένας ρώτησε τον Παπαϊωάννου πόσα μπουκάλια έχει. 180 του λέει. Φέρτα όλα του είπε και συνέχιζε να φέρνεις…».
Μου εξηγεί πως οι σαμπάνιες στα μπουζούκια δεν είναι κανονικές σαμπάνιες… «Ούτε αλκοόλ δεν έχουν. Μόνο νερό, ανθρακικό και σόδα. Για το εφέ γίνεται όλη η ιστορία». Βέβαια, τη δεκαετία του 1990 οι πρώτες σαμπάνιες γινόταν με φθηνά κρασιά στα οποία προσθέτανε ανθρακικό. «Ήταν επικίνδυνο όμως. Εμείς το 1996 πήγαμε στο Γενικό Χημείο του Κράτους και πήραμε πιστοποίηση σαν σόδα, όχι σαν αφρώδη οίνο».
Τις πουλούσαν στα μαγαζιά ένα πενηνταράκι το μπουκάλι και εκείνα χρέωναν 2.000 δρχ. το κιβώτιο που είχε 12 μπουκάλια. Όλη την Ελλάδα προμήθευαν.
Πρωτοπόροι υπήρξαν οι Ιταλοί, οι οποίοι έφτιαχναν τα λεγόμενα σπουμάντε. Παίρνανε το τελικό ίζημα που έμεινε από το κρασί μετά τον βρασμό, τη λάσπη, και το φτιάχνανε. «Τα μεγάλα οινοποιία εδώ στην Ελλάδα, δεν ξέραν τι να την κάνουν αυτή τη λάσπη· ήταν βιομηχανικό απόβλητο, έπρεπε να πληρώσουν για να την πετάξουν. Και τότε εμφανίστηκαν οι Ιταλοί… με τις πρέσες τους καταφέρνανε και βγάζανε 60% καθαρό ζουμί το οποίο όμως μύριζε άσχημα». Για αυτό το αρωματίζανε, με άρωμα φράουλας ή ροδάκινο.
Οι σαμπάνιες κράτησαν μέχρι το 2005. Μέχρι τότε παρήγαγαν 5 εκ. μπουκάλια το χρόνο. «Το νούμερο ήταν τεράστιο. Ούτε η Μαλαματίνα και το Κουρτάκι δεν έφταναν αυτές τις ποσότητες. Εξήγαμε και στο εξωτερικό, όπου υπήρχαν Έλληνες και μπουζούκια». Το οινοποιείο Βρυσσάς πλέον ασχολείται με τσίπουρο και ούζο.
Στο τέλος μου λέει την ιστορία με το Λάγος στη Νιγηρία. Εξήγανε εκεί γιατί οι μουσουλμάνοι δεν πίνανε αλκοόλ και οι σαμπάνιες τους είχαν γεύση κρασιού χωρίς αλκοόλ. «Κάποια στιγμή επί δημαρχίας Τζανακούλη είχε έρθει στη Λάρισα ο Δήμαρχος του Λάγος, στο πλαίσιο της αδερφοποίησης των δύο πόλεων». Μαζί με τον Τζανακούλη επισκέφτηκαν το οινοποιείο. Τον δήμαρχο του Λάγος τον συνόδευαν δυο σωματοφύλακες. «Είμασταν μέσα στη γραμμή παραγωγής και κάποια στιγμή έσπασε ένα μπουκάλι λόγω πίεσης. Έκανε εκκωφαντικό θόρυβο. Οι σωματοφύλακες νόμισαν πως ήταν έκρηξη από βόμβα… άφησαν τον Δήμαρχο και βγήκαν τρέχοντας έξω»…

Τα λουλούδια..
Για τα λουλούδια μίλησα με τον Θοδωρή Μπατζανούλη. Από τη Χάλκη. Μαζί με τον αδερφό του, Δημήτρη, είχαν τα θερμοκήπια… οι αφοί Μπατζανούλη. Τα δημιούργησαν το 1987 και τα κράτησαν μέχρι το 2000. Εκτός από τα λουλούδια που παρήγαγαν οι ίδιοι προμηθεύονταν και άλλα από την Κρήτη και τον Γαλατά για να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες της εποχής.
Ο Θοδωρής το πρώτο του deal με νυχτερινό μαγαζί το έκανε το Romeo. Μόλις είχε ανοίξει αυτό καλοκαιρινό στο δρόμο Νίκαιας-Λάρισας, εκεί που πιο πριν ήταν η ντίσκο Help, και εκείνος ήταν μόλις 17 ετών. ‘Έτσι ξεκίνησε η δουλειά με τα μπουζουξίδικα.
Αρχίζει και μου απαριθμεί τα μαγαζιά… Ρίο, Κοσμοδρόμιο, Καμίνι, όλα του Ντελή, Σύρμα, Απαλούζα, Balloon με τον Χρήστο Καλού και Ηβέτ στο τραγούδι εκεί που ήταν το πριν το Bibero. Εκεί έπεσαν και οι πιστολιές ένα βράδυ Παρασκευής… Βαρελάδικο, Μύλος, Μαριάννα. Και όχι μόνο Λάρισα… Παπάκος στη Μητρόπολη Καρδίτσας, Κέντια στην Καρδίτσα, Αλεπού στα Τρίκαλα, Ποσειδώνιο στη Φαρκαδώνα, Νεράιδα στο δρόμο Τρικάλων-Καλαμπάκας. Τροκαντερό και Κάστρα στον Πλαταμώνα, Μισέλ στην Κατερίνη. Μπόρα-Μπόρα στη Βελίκα, Ανδρίτσος και Χάντρες στα Τρίκαλα, Αφροδίτη στην Οιχαλία Τρικάλων, Κάστρο και Φαρίντα στον Βόλο…
Μου λέει και δυο-τρεις ιστορίες.
Η πρώτη αφορά στο Ρίο του Παπαϊωάννου. «Ήταν ο πρώτος και μοναδικός που έβαλε στο μαγαζί γαρδένιες γιατί ήθελε να μυρίζει όμορφα· για δύο χρόνια δεν υπήρχε γλάστρα για γλάστρα στην περιοχή και στο Πήλιο». Η δεύτερη είναι αυτή με την Πρωτοψάλτη στο Απαλούζα. «Μάλωσαν με τον Παπαϊωάννου και τον Λέλλη γιατί δεν ήθελε να υπάρχουν λουλούδια στο μαγαζί. Εμείς είχαμε ήδη πάει δύο φορτηγά…». Στο Κοσμοδρόμιο μια φορά τους πληρώσανε με λίρες… Στο Καμίνι τους τηλεφώνησαν στις 3 τα ξημερώματα… «Με τις πιτζάμες είμασταν. Πάρτε ότι έχετε και ελάτε μας είπαν. Ήταν εκεί εκείνο το βράδυ που ένας λαχαναγορίτης ζητούσε λουλούδια… μόλις φτάνετε στις 100.000 δρχ. θα μου λέτε για να συνεχίζουμε. Προκαταβολικά πλήρωνε. Κάθε Τετάρτη εμείς πηγαίναμε στον Πόρο για να προμηθευτούμε τα λουλούδια της εβδομάδας για όλα τα μαγαζιά. Εκείνο το βράδυ ξεφορτώσαμε ένα τέτοιο φορτηγό».
Στην αρχή είχαν πανέρια, μετά πλαστικούς δίσκους, τώρα αυτούς από γκρι φελιζόλ. Τότε στον κάθε δίσκο βάζανε δέκα λουλούδια που τα χρέωναν 50 δρχ. Το μαγαζί στους πελάτες τα έδινε για 800 δρχ. τον δίσκο. Συνήθως παραδίδανε παραγγελίες κάθε Παρασκευή για να καλύψουν το Σαββατοκύριακο. Το κάθε μαγαζί έπαιρνε 2 με 3 χιλιάδες λουλούδια, δηλαδή 6 τελάρα.
Ήταν η εποχή του λουλουδοπόλεμου. Και συνεχίζει. Έχει και τη δική του ιεροτελεστία… Η λουλουδού κρατάει λίγα λουλούδια στο τελευταίο πανέρι, από τα οποία δίνει τα μισά στον τραγουδιστή και χρησιμοποιεί τα άλλα μισά για να δείξει (πετώντας τα) ποιος είναι ο πελάτης. Ταυτόχρονα λέει κάτι στο αυτί του τραγουδιστή ο οποίος γυρνά και γνέφει καταϋποχρεωμένος προς τον αποστολέα…

…
ΥΣ. Το παιδικό βιβλίο στο οποίο αναφέρθηκα στην αρχή του παρόντος είναι το «Ο Πλανήτης των Χριστουγεννιάτικων Δέντρων» του Τζιάννι Ροντάρι, του Ιταλού συγγραφέα και δημοσιογράφου. Το εντυπωσιακό σε αυτό το βιβλίο είναι το πολιτικό του σύστημα το οποίο έχει δημιουργήσει μια κοινωνία χωρίς καθόλου παραβατικότητα, με ήρεμους, δίκαιους και χαρούμενους κατοίκους. Στον πλανήτη αυτό υπάρχει το κτίριο “Σπαζόλα” για να καταφεύγει όποιος έχει ανάγκη να ξεσπάσει το θυμό του. Πρόκειται για ένα κτίριο, ένα ανάκτορο με πολυελαίους, πορσελάνες και πολλά εύθραυστα διακοσμητικά αντικείμενα. Εκεί, επιβάλλεται να τα σπάσεις όλα, μέχρι να ξεθυμάνεις… Κάπως έτσι μεταφράζω στο μυαλό αυτό που γίνεται στα μπουζούκια. Την υπερβολή, την επίδειξη, αλλά κυρίως την εκτόνωση…
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις





