Βασίλης Ραούλης
Η πολιτική στην εποχή των «χρησμών»

Από το 2010 και έπειτα, επανειλημμένα και σε πλήθος κειμένων, επανέρχεται η αναφορά στο «τέλος της Μεταπολίτευσης». Οι αφηγήσεις αυτές, αν και συχνά επικοινωνιακά ελκυστικές, έπασχαν πολιτικά και θεσμικά. Όχι επειδή αγνοούσαν υπαρκτές κοινωνικές διεργασίες, αλλά επειδή τις ερμήνευαν με λάθος τρόπο.
Η Μεταπολίτευση δεν είναι ένα πολιτικό αφήγημα που καταρρέει επειδή το αποφασίσαμε λεκτικά. Είναι ένα σύνολο συνταγματικών εγγυήσεων, θεσμών και πολιτικών ισορροπιών. Δεν καταλύεται χωρίς βαθιά θεσμική ρήξη, ούτε «τελειώνει» επειδή αλλάζουν οι τρόποι πολιτικής επικοινωνίας ή τα μέσα διάχυσης του δημόσιου λόγου.
Την ίδια στιγμή, η κρίση αξιοπιστίας του σημερινού πολιτικού συστήματος δεν οφείλεται στη Μεταπολίτευση καθαυτή, αλλά στους πρωταγωνιστές και τα πολιτικά προϊόντα της μνημονιακής και μεταμνημονιακής περιόδου. Σε επιλογές και πρακτικές που την εκμεταλλεύτηκαν, τη χρησιμοποίησαν και τελικά τη μεγιστοποίησαν, προκειμένου να επιβιώσουν πολιτικά.
Η φθορά της εμπιστοσύνης προς το πολιτικό σύστημα είναι πραγματική. Όμως άλλο πράγμα η κριτική στη λειτουργία του και άλλο η γενικευμένη απαξίωση των θεσμών. Η διάκριση αυτή δεν είναι θεωρητική, είναι βαθιά πολιτική. Όταν η αναγκαία κριτική συγχέεται με την απονομιμοποίηση, τότε το πρόβλημα δεν είναι απλώς η αδυναμία των κομμάτων, αλλά το κενό που δημιουργείται στη δημοκρατική εκπροσώπηση.
Η Ιστορία δείχνει ότι οι κοινωνίες δεν αλλάζουν επειδή απλώς «κουράζονται» από τα υπάρχοντα σχήματα. Αλλάζουν όταν η δυσαρέσκεια αποκτά πρόγραμμα, θεσμική έκφραση και σαφή πολιτική κατεύθυνση. Οι κοινωνικές αντιδράσεις από μόνες τους δεν παράγουν πολιτική. Αποτελούν την πρώτη ύλη της. Εκεί όπου απουσιάζει η πολιτική ωρίμανση, η διαμαρτυρία δεν μετασχηματίζεται σε αλλαγή, αλλά ανακυκλώνεται ή εργαλειοποιείται – συχνά από πρόσωπα με υψηλή αναγνωρισιμότητα αλλά με ασαφές πολιτικό σχέδιο.
Το αποτέλεσμα δεν είναι ανανέωση, αλλά προσωποκεντρικά σχήματα περιορισμένης αντοχής. Μια ματιά στη σύνθεση και την εξέλιξη της εκπροσώπησης στο Ελληνικό Κοινοβούλιο από το 2012 και μετά αρκεί για να θυμίσει αρκετά τέτοια παραδείγματα.
Υπάρχουν σε όλες αυτές τις περιπτώσεις τρία κοινά χαρακτηριστικά:
Πρώτον, η κανονικοποίηση της δυσπιστίας προς τους θεσμούς, η οποία μάλιστα παρουσιάζεται ως φυσική ή ακόμη και ως δημιουργική δύναμη. Η κριτική στη Δικαιοσύνη, στη δημόσια διοίκηση ή στη Βουλή είναι απολύτως θεμιτή. Όταν όμως μετατρέπεται σε συνολική απαξίωση, το αποτέλεσμα δεν είναι περισσότερη δημοκρατία αλλά λιγότερη. Η θεσμική δυσπιστία ευνοεί εκείνους που δρουν έξω από κάθε θεσμικό έλεγχο και μετατοπίζει την πολιτική από την ευθύνη στην καταγγελία.
Δεύτερον, η επίκληση της «απουσίας πολιτικών τζακιών», η οποία παρουσιάζεται ως εγγύηση αξιοπιστίας, χωρίς όμως να συνιστά πολιτική πρόταση. Η ποιότητα της δημοκρατίας δεν κρίνεται από τα επώνυμα ή τα «άγνωστα» ονόματα, αλλά από τη σαφήνεια των θέσεων, την πολιτική κατεύθυνση και τη δυνατότητα διακυβέρνησης.
Τρίτον, η έμμεση αποδοχή της ιδέας ότι η πολιτική μπορεί να αντικατασταθεί από «απολίτικες» μορφές έκφρασης. Όμως δεν υπάρχουν απολίτικες απαντήσεις σε πολιτικά ερωτήματα. Όποιος καλείται να αποφασίσει για την οικονομία, το κοινωνικό κράτος, τη Δικαιοσύνη ή τη διεθνή θέση της χώρας, ασκεί πολιτική - είτε το παραδέχεται είτε όχι.
Η αποπολιτικοποίηση δεν είναι ουδετερότητα. Είναι μετατόπιση της εξουσίας σε αδιαφανή πεδία, εκεί όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται χωρίς δημόσιο διάλογο και χωρίς δημοκρατικό έλεγχο.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ανανέωση δεν είναι σύνθημα ούτε αυτονόητο αποτέλεσμα της φθοράς. Δεν γεννιέται από την καχυποψία ούτε από την πολιτική ασάφεια που βαφτίζεται αρετή. Προϋποθέτει δουλειά, ευθύνη και επίγνωση των θεσμικών ορίων.
Η αλλαγή στο πολιτικό σκηνικό είναι διαρκής πραγματικότητα. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν αυτή η αλλαγή θα παράγει δημοκρατική ωρίμανση ή αν θα ανοίξει τον δρόμο σε θεσμικά επικίνδυνες εκδοχές του «καινούργιου».
Βασίλης Ραούλης
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις
