ΛΑΡΙΣΑΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΟ
Αυτό είναι το χωριό της Λάρισας που για δεκαετίες οι κάτοικοί του ήταν σκηνίτες – ‘Όταν άφησαν τις σκηνές για να ζήσουν σε σπίτια…

Δεν είναι απλώς ένας πεδινός οικισμός της Λάρισας. Είναι τόπος μετάβασης από το βουνό στον κάμπο, από τη νομαδική ζωή στη μόνιμη εγκατάσταση, από το νερό και το έλος στη γη και την καλλιέργεια. Το Καλοχώρι, χτισμένο στους πρόποδες του Κίσσαβου και του χαμηλότερου Μόψιου, στην ανοιχτή λεκάνη του Συκουρίου, απλώνεται ήρεμα σε υψόμετρο 90 μέτρων, μόλις 17 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Λάρισας.
Το όνομά του σήμερα ηχεί απλό και φωτεινό. Καλοχώρι μα παλιότερα λεγόταν Τόϊβασι Ορτά, το μεσαίο Τόϊβασι όνομα που μαρτυρά τη θέση του ανάμεσα σε έλος, πεδιάδα και βουνό. Ένα όνομα που κουβαλά τη μνήμη του νερού, της γης που άλλοτε έτρεμε και άλλοτε έτρεφε.
Η ιστορία του τόπου χάνεται βαθιά στον χρόνο. Γύρω από το σημερινό χωριό έχουν εντοπιστεί τρεις έως τέσσερις θέσεις προϊστορικής κατοίκησης, που φτάνουν πίσω στην 6η και 5η χιλιετία π.Χ.. Άνθρωποι ζούσαν εδώ όταν ο κάμπος ήταν ακόμη αδιαμόρφωτος, όταν τα νερά είχαν τον πρώτο λόγο. Αιώνες αργότερα, στην κλασική αρχαιότητα, η γη αυτή συνεχίζει να κατοικείται και να λατρεύεται. Επιγραφές του 4ου έως 2ου αιώνα π.Χ. μαρτυρούν τη λατρεία της Αρτέμιδος Θροσίας, προστάτιδας της γέννας και της ζωής, αλλά και του Ηρακλή, του ήρωα της δύναμης και της αντοχής δυο θεότητες που ταιριάζουν απόλυτα σε έναν τόπο αγώνα με τη φύση.
Κατά την Τουρκοκρατία, την περιοχή κατοικούν Τούρκοι νομάδες κτηνοτρόφοι, οι λεγόμενοι Κονιάροι. Ζουν με τα κοπάδια τους, κινούνται, δεν ριζώνουν. Όταν η Θεσσαλία ελευθερώνεται το 1881, η γη αλλάζει χέρια. Τη γη αυτή αγοράζουν Βλάχοι κτηνοτρόφοι, κυρίως από το Περιβόλι Γρεβενών. Άνθρωποι σκληροί, μαθημένοι στη μετακίνηση, στη στάνη και στον δρόμο.
Για δεκαετίες ολόκληρες, οι κάτοικοι του Καλοχωρίου ήταν σκηνίτες. Με τα τσελιγκάτα τους ακολουθούσαν τον αρχέγονο κύκλο των εποχών χειμώνες στον κάμπο, καλοκαίρια μακριά μέχρι την Οχρίδα παλιότερα, κι έπειτα στα βουνά της Φλώρινας και αλλού. Μόνο μετά το 1927 η ζωή αρχίζει να σταθεροποιείται. Οι σκηνές δίνουν τη θέση τους στα σπίτια. Το πέρασμα γίνεται ρίζωμα.
Το χωριό όμως δοκιμάζεται σκληρά. Το γειτονικό έλος Τόϊβασι φέρνει πλούτο αλλά και καταστροφή. Πλημμύρες το 1946 και κυρίως το 1978 αφήνουν βαθιά τραύματα. Νερά που καταπίνουν χωράφια, κόπους, σπίτια. Μόνο το 1987, με μεγάλο τεχνικό έργο περιορισμού του έλους, η γη ησυχάζει και γίνεται ξανά καλλιεργήσιμη.
Διοικητικά, το Καλοχώρι υπήρξε για χρόνια κέντρο. Από το 1912 ήταν έδρα της Κοινότητας Τόϊβασι, που περιλάμβανε και το Σουφλάρ (σημερινό Χειμάδι) και το Τζαμί (σημερινό Νέσσωνα). Το 1926, ο Νέσσωνας αποσπάται. Το 1999, το χωριό εντάσσεται στον Δήμο Νέσσωνος και από το 2011, με τον Καλλικράτη, στον Δήμο Τεμπών.
Η ψυχή του Καλοχωρίου είναι βαθιά βλάχικη. Η βλάχικη γλώσσα κυρίως προφορική ακούγεται και η ταυτότητα παραμένει ζωντανή στη μουσική, στους χορούς, στα ήθη και στα έθιμα. Είναι μια πολιτισμική κληρονομιά που ενώνει Ήπειρο και Θεσσαλία, βουνό και κάμπο.
Η οικονομία του χωριού βασίζεται κυρίως στη γεωργία, με συμπληρωματική την κτηνοτροφία και το ζωεμπόριο. Πολλοί κάτοικοι εργάζονται πλέον στη Λάρισα ή σε επιχειρήσεις της ευρύτερης περιοχής, ιδιαίτερα προς το Ομορφοχώρι. Μετά το 1950, η μόρφωση ανοίγει νέους δρόμους και οι νέοι άνθρωποι σπουδάζουν, γίνονται επαγγελματίες, επιστρέφουν ή κρατούν δεσμούς.
Σημείο αναφοράς του χωριού είναι το παλιό Δημοτικό Σχολείο του 1908, δωρεά του Ανδρέα Συγγρού. Ένα λιτό, επιβλητικό κτίσμα με νεοκλασικές αναφορές, ξύλινη στέγη και αέτωμα, που στέκει ακόμη ως μνημείο παιδείας και προόδου. Ο Άγιος Ιωάννης, πολιούχος του χωριού, γιορτάζει στις 7 Ιανουαρίου, ενώ το Καλοχώρι φημίζεται και για το ζωντανό του καρναβάλι της Καθαράς Δευτέρας μια έκρηξη χαράς, σάτιρας και συλλογικής μνήμης.
Ο Πολιτιστικός Σύλλογος, ενεργός από το 1978, και η ποδοσφαιρική ομάδα Αναγέννηση Καλοχωρίου κρατούν δεμένη την κοινότητα.
Όπως και ο χείμαρρος Μπαρτσιά, που περνά από τα όρια του χωριού και χάνεται στο παλιό έλος, έτσι κι η ιστορία του Καλοχωρίου ρέει αθόρυβα, αλλά αδιάκοπα.
Το Καλοχώρι δεν είναι θορυβώδες.
Είναι τόπος αντοχής.
Ένας τόπος που έμαθε να ζει με το νερό, να παλεύει με τη γη και να κρατά τη μνήμη ζωντανή σαν παλιό τραγούδι βλάχικο, που χαμηλώνει αλλά δεν σβήνει.
Πηγή: Σκιές και Ψίθυροι
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις





