Απόστολος Ράιδος
Χθες η Ουκρανία, σήμερα η Βενεζουέλα, αύριο ποιος;

Η δήλωση του Κυριάκου Μητσοτάκη με αφορμή τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο από αμερικανικές ειδικές δυνάμεις εγείρει σοβαρά πολιτικά και θεσμικά ζητήματα, τα οποία ξεπερνούν κατά πολύ το ίδιο το γεγονός. Αποτελεί ένα σαφές μήνυμα σχετικά με το πώς αντιλαμβάνεται η ελληνική κυβέρνηση το διεθνές δίκαιο, τη διεθνή νομιμότητα και τη θέση της χώρας μέσα σε ένα όλο και πιο ασταθές παγκόσμιο σύστημα.
Αναμφίβολα, η κίνηση του Έλληνα πρωθυπουργού μπορεί να ερμηνευθεί ως μια προσπάθεια προσαρμογής απέναντι σε έναν εξαιρετικά ισχυρό και απρόβλεπτο διεθνή παράγοντα, τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ. Σε έναν κόσμο όπου οι συσχετισμοί ισχύος συχνά επιβάλλονται ωμά, η διπλωματική ευελιξία θεωρείται από πολλούς αναγκαία. Ωστόσο, η ευελιξία αυτή έχει όρια, τα οποία καθορίζονται από αρχές που υποτίθεται ότι αποτελούν θεμέλιο της διεθνούς τάξης.
Όταν ο Έλληνας πρωθυπουργός αποφεύγει συνειδητά να σχολιάσει τη νομιμότητα μιας τέτοιας ενέργειας και μετατοπίζει το βάρος της συζήτησης αποκλειστικά στη «μετάβαση» και στη «σταθερότητα», ουσιαστικά αποδέχεται ότι η ισχύς μπορεί να υποκαθιστά το διεθνές δίκαιο. Πρόκειται για μια επικίνδυνη παραδοχή. Το διεθνές δίκαιο όμως δεν αποτελεί μια αφηρημένη θεωρητική κατασκευή, αλλά το αποτέλεσμα ιστορικών τραγωδιών και αιματηρών συγκρούσεων, ακριβώς για να αποτραπεί η αυθαίρετη επιβολή της βούλησης των ισχυρών.
Η σύγκριση με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία είναι αναπόφευκτη. Εκεί, η επίκληση προσχηματικών αιτιολογιών χρησιμοποιήθηκε για να δικαιολογηθεί μια κατάφωρη παραβίαση της κυριαρχίας ενός κράτους. Στην περίπτωση της Βενεζουέλας, η σύλληψη ενός εν ενεργεία προέδρου με μονομερή στρατιωτική ενέργεια, ανεξαρτήτως της πολιτικής ή ηθικής αξιολόγησης του καθεστώτος του, κινείται στην ίδια λογική: Όποιος διαθέτει την ισχύ αποφασίζει, ενεργεί και εκ των υστέρων αναζητά πολιτική νομιμοποίηση.
Για χώρες όπως η Ελλάδα, οι οποίες δεν ανήκουν στον στενό κύκλο των υπερδυνάμεων και στηρίζουν διαχρονικά την ασφάλειά τους στο διεθνές δίκαιο και στους θεσμούς, αυτή η λογική είναι βαθιά επιζήμια. Αν η νομιμότητα μετατρέπεται σε ζήτημα πολιτικής σκοπιμότητας και όχι θεσμικής αρχής, τότε καμία χώρα δεν μπορεί να αισθάνεται ασφαλής. Σήμερα το προηγούμενο αφορά τη Βενεζουέλα, αύριο θα μπορούσε να αφορά οποιονδήποτε, με οποιαδήποτε αιτιολογία κρίνει πειστική ο εκάστοτε ισχυρός.
Η επιλογή της ελληνικής κυβέρνησης να ευθυγραμμιστεί άκριτα με μια τέτοια πρακτική, ακόμη και στο επίπεδο της ρητορικής, συνιστά σοβαρό πολιτικό σφάλμα. Δεν ενισχύει τη διεθνή θέση της χώρας, ούτε διασφαλίζει μακροπρόθεσμα τα συμφέροντά της. Αντιθέτως, αποδυναμώνει το μοναδικό πραγματικό της όπλο σε έναν κόσμο ανισοτήτων ισχύος: Την επίκληση και την υπεράσπιση ενός διεθνούς συστήματος κανόνων που ισχύει για όλους. Η εγκατάλειψη αυτής της αρχής δεν είναι ρεαλισμός, αλλά επικίνδυνος κυνισμός με απρόβλεπτες συνέπειες. Ειδικά για μία Ελλάδα που δεκαετίες τώρα, ορθώς, κινείται με βασικό όπλο στην φαρέτρα της το διεθνές δίκαιο, απέναντι στην πάγια επιθετική ρητορική της Τουρκίας…
Απόστολος Ράιδος
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις
