ΛΑΡΙΣΑ
Στα άδυτα: Ζάρια και μπαρμπουτιέρες Παραμονή Πρωτοχρονιάς στη Λάρισα (φωτο)

Πήγα αφελής και χαριτωμένη (το σχόλιο αυτό έχει ειπωθεί στο παρελθόν για μια συνέντευξη, όταν ένας από τους δύο εκδότες του onlarissa.gr το χρησιμοποίησε για να πείσει τον άλλο να κάνω τελικά εκείνο το θέμα, τότε, «άστην να πάει έτσι…» του είπε. Τώρα δεν χρειάστηκε να πειστεί κανείς. Πήγα μόνη μου. Συν τοις άλλοις και ολίγον ζαλισμένη. Ήθελα να ζήσω ολόκληρη την εμπειρία βλέπεις… Σε μία από τις τρεις μπαρμπουτιέρες που στήνονται στη Λάρισα την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς.
Της Εύης Μποτσαροπούλου
Ομολογώ ότι είχα πλάσει ένα μύθο στο μυαλό μου. Σαν να ήμουν η Σωτηρία Μπέλλου, η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, ο Τάκης Μπίνης, όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά, που συνδέσανε το μπαρμπούτι με τη μουσική και την καθημερινότητα των παλιών αστικών κοινωνιών, βλέπε Σταύρος Νιάρχος… Με εξίταρε το παράνομο του πράγματος, φανταζόμουν χαμαιτυπεία, υπόκοσμο, περιθώριο και παρακμή… Ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα είχε αρχίσει να διαμορφώνεται στην Ελλάδα ένα περιθώριο το οποίο ζούσε και εμπνεόταν από τις φυλακές και τα παράνομα στέκια. Σε τεκέδες, σε πατάρια ή σε υπόγεια, μαζεύονταν για να καπνίσουν το χασίς άντρες που είχαν σχηματοποιήσει – άθελά τους – έναν μάγκικο τρόπο ζωής και οι οποίοι δεν μπόρεσαν να αντισταθούν στη μαγεία του τζόγου, στην προσπάθειά τους να πάρουν τη μοίρα στα χέρια τους· αυτό το «Ρίξε μια ζαριά καλή και για μένα βρε ζωή». Το μπαρμπούτι δεν είναι απλώς ένα παιχνίδι, είναι άμεσα συνυφασμένο με την ιστορία, από την Αρχαία Ελλάδα ξεκινά… Κάτι από όλα αυτά μαζί περίμενα.
Καμία σχέση τελικά. Σε ένα καφενείο, με την παλιά έννοια του όρου, πήγα στο κέντρο της πόλης. Η μπαρμπουτιέρα ήταν στημένη μπροστά στη τζαμαρία. Είχε κάποιους παππούδες σε τραπεζάκια στο background, έτσι για το σκηνικό, που έπιναν ουίσκι και κάπνιζαν και πολλούς όρθιους γύρω από το τραπέζι, τη μπαρμπουτιέρα. Γνωστούς και αγνώστους, μικρούς και μεγάλους. Είχε και παλιούς. «Φάγαμε τόσα χρόνια να μάθουμε ζάρια και συ περιμένεις να πιάσεις το νόημα την πρώτη φορά που ήρθες;»… έτσι μου είπε ένας παίχτης.

Περίμενα. Άλλωστε ήταν νωρίς ακόμη, δεν είχε χοντρύνει το παιχνίδι. Με εικοσάρικα παίζανε. Έπρεπε να με αποδεχτούν, να μην τους ενοχλώ, να μην τους αποσυντονίζω, να με συνηθίσουν στο χώρο. Γιατί όσοι είναι εκεί και παίζουν το παίρνουν σοβαρά το πράγμα. Αυτό ήταν το πρώτο που έπιασα στην ατμόσφαιρα. Και μάλλον το μόνο αρχικά.
«Να εγώ», «Να εσύ», «Να εμείς», «Να εσείς». «Πάνε», «Σπαστά, προς πίσω»… Δυσκολεύτηκα αρκετά με την ορολογία, κυρίως λόγω της ταχύτητας. Η όλη διαδικασία γίνεται απίστευτα γρήγορα. Ζάρια ρίχνονται, αλλάζουν χέρια, πονταρίσματα πέφτουν από παντού. «Πάνε». Με την ίδια ταχύτητα αλλάζουν πέφτουν στην μπαρμπουτιέρα χρήματα και αλλάζουν χέρια. Όταν είναι πολλά δεν τα μετράνε… «όσα είναι» λένε.
Η ατμόσφαιρα σιγά σιγά αλλάζει. Τα πρόσωπα αρχίζουν και σφίγγουν. Τα νεύρα τσιτώνονται. Οι χαρακτήρες αποκαλύπτονται. Τα ρίχνεις τα ζάρια, χάνεις, κερδίζεις, τα ξαναρίχνεις. Και αξίζει να το κάνεις ξανά και ξανά. Να ρισκάρεις. Το δύσκολο δεν είναι να παίξεις. Το δύσκολο είναι να ξέρεις πότε να αποσυρθείς.

Στην περίπτωσή μου έπρεπε να μάθω πρώτα τα βασικά. Τους κανόνες και τι εννοούσαν όταν μιλούσαν μεταξύ τους, κοφτά.
Ένα ζευγάρι κάθε φορά ρίχνει τα ζάρια. Δύο είναι τα ζάρια. Οι άλλοι μπορούν να ποντάρουν. Νικούν οι εξάρες, οι πεντάρες, το έξι-πέντε και οι τριάρες. Χάνουν οι άσσοι, οι διπλές, τα ντόρτια και το ασσόδυο. Ο ρίπτων (αυτός που κρατά τα ζάρια) ορίζει το ανώτερο ποσό πονταρίσματος και παίζει μέχρι να φέρει έναν από τους παραπάνω συνδυασμούς. Εάν νικήσει καθορίζεται νέο στοίχημα, ενώ αν χάσει τα ζάρια παίρνει ο επόμενος παίκτης. Οι υπόλοιποι ποντάρουν μέχρι το όριο και μπορούν να αποχωρήσουν πριν πέσουν τα ζάρια. Υπάρχουν δύο τρόποι πονταρίσματος: το κανονικό (όλο το ποσό μπροστά) και το σπαστό (π.χ. 20 μπρος, 30 πίσω)· ανάλογα με το αποτέλεσμα της ζαριάς, κερδίζεις ή χάνεις είτε ολόκληρο το ποσό είτε μόνο το μπροστά. Εκεί αρχίζουν τα να εγώ και τα να εσύ. «Να εγώ» λέει αυτός που ποντάρει και «να εσύ» όταν προσκαλεί και άλλους να ποντάρουν. Ο πληθυντικός δεν παίζει κανένα ρόλο – πολύ με μπέρδεψε. Δεν σημαίνει τίποτα. Είναι της ευγενείας… Όποιος λέει «πάνε» έχει αποδεχτεί το ποντάρισμα. Έτσι παίζουν κι άλλοι μεταξύ τους, εκτός από τους δύο που έχουν τα ζάρια. Αυτός που έχει τα ζάρια και έχει αποδεχτεί τα πονταρίσματα, αν χάσει πρέπει να τους πληρώσει όλους…
Επίσης, βασικός κανόνας στο μπαρμπούτι είναι ότι μπορεί κανείς να αποχωρήσει όποτε θέλει, χωρίς να υπάρχει η ηθική μομφή του «καραμπίνα». Κι αυτό ευγενικό είναι… Α, υπάρχει και η γκανιότα υπέρ του μαγαζιού. Κάθε μισή ώρα παρακρατούνται 5 ευρώ από τον κάθε παίχτη· η γκανιότα, τις πρωινές ώρες που το παιχνίδι έχει χοντρύνει πολύ πάει και ανά 5 λεπτά.
Αφού έμαθα τα βασικά, μπορούσα να παίξω. Με αφήσανε. Έριξα τα ζάρια, στην αρχή εξάρες, μετά ασόδυο. Αλλά κέρδισα, δεν ξέρω πως, κάτι έγινε με τα πονταρίσματα των άλλων. Το εντυπωσιακό είναι ότι δεν θυμόμουν ότι έφερα εξάρες. Το ασόδυο συγκράτησα μόνο… Μάλλον πήγα για να χάσω, όχι να κερδίσω. Μάλλον δεν περίμενα να ρίξει μια ζαριά καλή η ζωή. Η τύχη.
Αυτό με τα ζάρια και την τύχη είναι ένα άλλο τεράστιο θέμα. Θεωρητικά μιλάς για την απόλυτη τύχη. Το αποτέλεσμα μιας ζαριάς είναι καθαρά θέμα τύχης. Ωστόσο, πολλοί επιστήμονες από την αρχαιότητα προσπαθούν να σπάσουν τον μύθο της τύχης, να βρουν το μαθηματικό μοντέλο. Κάποιοι επιστήμονες από την Πολωνία σχεδόν το κατάφεραν… Απέδειξαν πως η έκβαση επηρεάζεται από φυσικούς παράγοντες, όπως η τριβή της επιφάνειας, η θέση του ζαριού πριν ριχτεί και η ταχύτητα της ρίψης. Το κάτω μέρος του ζαριού έχει λίγο περισσότερες πιθανότητες να καταλήξει πάλι κάτω και κατά την προσγείωση. Ωστόσο, ο υπολογισμός αυτών των παραμέτρων είναι υπερβολικά δύσκολος. Άσε που χαλάει και όλη τη μαγεία…
Τα ζάρια είναι τύχη. Και αυτό είναι που ανεβάζει την αδρεναλίνη στα ύψη. Δεν έχεις κανέναν έλεγχο. Μια ζαριά και όλα κερδίζονται, μια ζαριά και όλα χάνονται. Σε δευτερόλεπτα. Το θέμα είναι να το αντέχεις. Το μόνο πράγμα που μπορείς να ελέγξεις στο μπαρμπούτι είναι το πότε θα σταματήσεις. Και αυτό κι αν είναι δύσκολο…

Υ.Σ. Τελικά πάντα κάτι χάνεις, κάτι κερδίζεις. Μπορεί να κέρδισα στις δυο ζαριές που έπαιξα, αλλά έχασα την αλλαγή του χρόνου. Όταν γύρισα σπίτι, πιο αργά από το προβλεπόμενο – εκεί χάνεις λίγο την αίσθηση του χρόνου – ήμουν αρκετά πιο ζαλισμένη από το αρχικό ολίγον…
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις





