Αθωράκιστη απέναντι σε έναν μεγάλο σεισμό η Λάρισα;


Most ViewedΛΑΡΙΣΑ

Αθωράκιστη απέναντι σε έναν μεγάλο σεισμό η Λάρισα;

Ήταν Σάββατο 1η Μαρτίου του 1941, πριν την Κυριακή των Απόκρεων, όταν στις 5:53 τα ξημερώματα, ένας σεισμός 6,3 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ, ισοπέδωσε, κυριολεκτικά την πόλη της Λάρισας. Πάνω από το 80%(!) των κτιρίων της πόλης κατέρρευσε. Λόγω των συχνών βομβαρδισμών της πόλης από την γερμανική αεροπορία, ήταν πολλοί οι Λαρισαίοι που δεν είχαν αντιληφθεί τι είχε πραγματικά συμβεί. Άνθρωποι ανήμποροι να αντιδράσουν βρέθηκαν μέσα σε μια νύχτα ανέστιοι, χωρίς να έχουν στα χέρια τους τίποτα. Το δράμα ήρθε να ολοκληρωθεί την επόμενη μέρα, όταν οι κάτοικοι της πόλης είχαν να αντιμετωπίσουν, ξανά, τους ανηλεής βομβαρδισμούς των γερμανικών αεροσκαφών

Σχεδόν οχτώ δεκαετίες μετά, πριν μερικούς μήνες, μέσα στο Δημοτικό Συμβούλιο της πόλης, ο αναπληρωτής δήμαρχος κ. Γιώργος Σούλτης επιβεβαίωνε αυτό που όλοι λίγο πολύ γνώριζαν, πως, δηλαδή, η Λάρισα, δεν έχει εκπονήσει κάποιο σοβαρό σχέδιο για την αντιμετώπιση μιας μεγάλης σεισμικής δόνησης, ενώ λίγο καιρό πριν, στην Περιφέρεια Θεσσαλίας, σε σύσκεψη υπό τον Περιφερειάρχη κ. Κώστα Αγοραστό, όλοι οι εμπλεκόμενοι υπηρεσιακοί παράγοντες, άνοιξαν τα σχέδια και τους χάρτες, με τον ίδιο ακριβώς στόχο: την προετοιμασία της πόλης για ένα κακό ενδεχόμενο.

Σήμερα, σε συνέντευξη του στο ΑΠΕ, ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης Αντισεισμικής Μηχανικής (European Association for Earthquake Engineering- EAEE), καθηγητής Γεωτεχνικής Μηχανικής του ΑΠΘ, Κυριαζής Πιτιλάκης, δηλώνει πως «το σύγχρονο κτιριακό απόθεμα της χώρας, που έχει χτιστεί μετά το 1980, αντέχει σχετικά ικανοποιητικά σε έναν ισχυρό σεισμό ανάλογου μεγέθους αυτών που έχουν συμβεί τα τελευταία χρόνια, όμως η ίδια, σχετικά αισιόδοξη ματιά δεν ισχύει για περιοχές πόλεων, που έχουν οικοδομηθεί κατά κύριο λόγο στις δεκαετίες του 1960 και 1970 ή και παλαιότερα, όταν το επίπεδο γνώσης και τεχνογνωσίας ήταν σαφέστατα υποδεέστερα του σημερινού, με συνεπακόλουθο και ο τότε αντισεισμικός κανονισμός να μην παρέχει το σημερινό επίπεδο αξιοπιστίας και ασφάλειας»

«Ευτυχώς ένας πραγματικά ισχυρός σεισμός με επίκεντρο κοντά σε ένα από τα μεγάλα πολεοδομικά συγκροτήματα της Ελλάδος δηλαδή την Αττική, την Θεσσαλονίκη, την Πάτρα, την Λάρισα ή το Ηράκλειο και την Ρόδο δεν έχει συμβεί τα τελευταία χρόνια, οπότε τα δυσμενή ή δυσμενέστερα σενάρια που έχουμε εκτιμήσει δεν έχουν επαληθευθεί και εύχομαι να αργήσουν» δηλώνει, παρατηρώντας πως το πρόβλημα του υψηλού κόστους της προσεισμικής ενίσχυσης του δομικού ιστού μιας πόλης διαχρονικά λειτουργεί αποτρεπτικά για τη διαμόρφωση κατάλληλων πολιτικών και στρατηγικών υλοποίησης και αντιμετωπίζεται σε επίπεδο πολιτικής εξουσίας περίπου σαν «καυτή πατάτα». Εξηγεί όμως, ότι αυτή είναι μια λανθασμένη προσέγγιση «διότι η ενίσχυση των κατασκευών θα δημιουργήσει πλήθος δραστηριοτήτων που θα αναθερμάνουν την οικονομία και θα δημιουργήσει πλούτο και υπεραξία ικανά να αντισταθμίσουν απολύτως το όποιο κόστος, αρκεί να αναπτυχθούν κατάλληλα προς τούτο επενδυτικά και δανειοδοτικά εργαλεία».

Στην ερώτηση του δημοσιογράφου του ΑΠΕ «από τις περιοχές στην Ελλάδα, οι οποίες χαρακτηρίζονται από υψηλή σεισμικότητα, αλλά και υψηλή συγκέντρωση πληθυσμού και δραστηριοτήτων, πόσες είναι αυτές που διαθέτουν σήμερα μελέτες σεισμικής τρωτότητας των δικτύων, κτιρίων και υποδομών τους και σε ποιες περιοχές εκτιμάτε πως θα έπρεπε να ξεκινήσει άμεσα μία διαδικασία αποτίμησης της σεισμικής διακινδύνευσης», ο κ. Πιτιλάκης τονίζει:

«Εξ όσων είμαι σε θέση να γνωρίζω, μόνο στη Θεσσαλονίκη έχουν εκπονηθεί συστηματικές μελέτες εκτίμησης της σεισμικής τρωτότητας του δομημένου περιβάλλοντος και των υποδομών της πόλης. Σε αρκετές άλλες πόλεις μπορεί ενδεχομένως να έχουν εκπονηθεί διάφορες μικροζωνικές μελέτες -έχουμε εκπονήσει και εμείς αρκετές- ή να έχουν γίνει κάποιες προκαταρκτικές μελέτες εκτίμησης της σεισμικής τρωτότητας, αλλά σύμφωνα με όσα είμαι σε θέση να γνωρίζω καμία από αυτές τις μελέτες δεν είναι στο επίπεδο εκείνο ακρίβειας και αξιοπιστίας που θα επέτρεπε στη Πολιτεία και στους αρμόδιους φορείς να τις χρησιμοποιήσουν για τη μείωση της σεισμικής διακινδύνευσης ανεξαρτήτως κλίμακος. Επομένως η απάντηση είναι δυστυχώς αρνητική με εξαίρεση την Θεσσαλονίκη, όπου όμως και στην περίπτωση αυτή οι εν δυνάμει ενδιαφερόμενοι φορείς δεν έχουν προσπαθήσει να αξιοποιήσουν τα αποτελέσματα της».

Από όλα τα παραπάνω, προκύπτει ασφαλώς, η ανάγκη της πόλης να θωρακιστεί στο επίπεδο της προετοιμασίας για την αποφυγή ενός ενδεχομένου, το οποίο θα μπορούσε να δημιουργήσει τραγικές καταστάσεις. Στην Ελλάδα άλλωστε, η σχετική εμπειρία από μεγάλες καταστροφές, έχει αποδείξει πως όλα συμβαίνουν αφού το κακό συμβεί…

Λ.Π.

Close

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο