Δημοσκοπήσεις : Υπέρ και κατά των δύο μονομάχων στην πολιτική αρένα


ΕΛΛΑΔΑ

Δημοσκοπήσεις : Υπέρ και κατά των δύο μονομάχων στην πολιτική αρένα

Παρά τα προβλήματα που έχουν κατά καιρούς αναδειχτεί ως προς την ποιότητα των δημοσκοπήσεων στην Ελλάδα, που ορισμένα αντανακλούν την ίδια τη ρευστότητα του εκλογικού σώματος και άλλα το διαρκή πειρασμό «εργαλειακής» χρήσης των ερευνών, όταν μια σειρά από δημοσκοπήσεις κατά τείνουν προς ανάλογες τάσεις, τότε μπορούμε να αρχίζουμε να βγάζουμε κάποια πρώτα συμπεράσματα από αυτές.

Τις τελευταίες μέρες είχαμε το πρώτο κύμα δημοσκοπήσεων που αρχίζουν και αποτυπώνουν τις διαθέσεις του εκλογικού σώματος: το Πολιτικό Βαρόμετρο της Public Issue, τη μεγάλη έρευνα της Metron Analysis για τα Νέα και την έρευνα της Pulse για τον Σκάι. Μάλιστα, οι δύο πρώτες έρευνες έχουν και το χαρακτηριστικό να περιλαμβάνουν τελική εκτίμηση για τις τάσεις του εκλογικού σώματος χωρίς αναφορά σε αδιευκρίνιστη ψήφο.

Με αυτά τα δεδομένα μπορούν να βγουν τα πρώτα συμπεράσματα για το πώς διαμορφώνονται οι δυναμικές της προεκλογικής αντιπαράθεσης.

Η δυναμική του νέου δικομματισμού και η πεντακομματική Βουλή

Κοινό συμπέρασμα όλων των ερευνών είναι ότι πλέον διαμορφώνεται το τοπίο του νέου δικομματισμού. Με τον ΣΥΡΙΖΑ να είναι σταθερά πάνω από το 22% και το τρίτο κόμμα σε όλες τις έρευνες κάτω του 10% δεν τίθεται θέμα αμφισβήτησης του ποιοι είναι οι δύο μονομάχοι.

Την ίδια στιγμή όλες οι έρευνες κατατείνουν σε μια πεντακομματική Βουλή. Ποτάμι, Ένωση Κεντρώων και ΑΝΕΛ δεν δείχνουν να έχουν πολλά περιθώρια να πιάσουν το όριο του 3% και το ίδιο ισχύει και για τον κατακερματισμένο χώρο την πλην ΚΚΕ και ΣΥΡΙΖΑ αριστεράς.

Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να μιλάμε για σχετικά αυξημένο ποσοστό που θα πάρουν αθροιστικά τα κόμματα που θα βρεθούν εκτός Βουλής, που μπορεί να φτάσει ακόμη και ποσοστά γύρω στο 15%. Αυτό με τη σειρά του θα επιτρέψει στο πρώτο κόμμα να μπορεί να έχει αρκετά χαμηλό όριο αυτοδυναμία.

Εντός τώρα του νέου δικομματισμού, η δυναμική της πρωτιάς της ΝΔ δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση, έστω εάν και φαίνεται το ποσοστό της να παραμείνει κάτω του 40%. Αυτό με τη σειρά του αποτυπώνεται και στην σταθεροποιημένη υπέρ της ΝΔ παράσταση νίκης στις περισσότερες έρευνες.

Ως προς τα άλλα κόμματα, το ΚΙΝΑΛ δείχνει πιο ικανό να διεκδικήσει τη θέση του τρίτου κόμματος, η Χρυσή Αυγή δείχνει να σταθεροποιεί ένα ποσοστό γύρω στο 7%, ενώ και το ΚΚΕ δείχνει να μπορεί να αποσπάσει ένα ανάλογο ποσοστό.

Ωστόσο, την ίδια στιγμή δεν πρέπει να μας διαφύγουν δύο κρίσιμες παράμετροι. Από τη μια ο ΣΥΡΙΖΑ έχει αποφύγει, εδώ και καιρό, τον κίνδυνο της αποδιάρθρωσης της εκλογικής του βάσης και έχει έναν σημαντικό συμπαγή εκλογικό πυρήνα. Από την άλλη η ΝΔ παρότι έχει σαφή παράσταση νίκης δείχνει να φτάνει σε ένα πολιτικό όριο στα ποσοστά ανάμεσα σε 37%-39%.

Τα όρια της ανόδου της ΝΔ

Η διαπίστωση ότι η ΝΔ διατηρεί την πρωτιά και είναι σαφώς σε δυναμική αυτοδυναμίας, με βελτιούμενη και τη δημοφιλία του Κυριάκου Μητσοτάκη, δεν αναιρεί το γεγονός ότι δείχνει να φτάνει σε ένα όριο ως προς την εκλογική επιρροή. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι από καιρό ο βαθμός συσπείρωσης των ψηφοφόρων της είναι ιδιαίτερα υψηλός.

Προφανώς και ένα μέρος του προβλήματος έχει να κάνει με τις μεγάλες ανακατατάξεις στην κεντροδεξιά ψήφο στην τελευταία δεκαετία και την εμφάνιση άλλων σχηματισμών που διεκδικούν μερίδιο, ιδίως από τα δεξιά, καθιστώντας αντικειμενικά δύσκολη την επιστροφή σε ποσοστά όπως του 2004.

Όμως, την ίδια στιγμή η αποδιάρθρωση του ΠΑΣΟΚ και η γενικότερη κινητικότητα που αποτυπώνεται σε συνδυασμό με την απογοήτευση που έφερε ο ΣΥΡΙΖΑ σήμαινε ότι υπάρχει μια σημαντική εκλογική δεξαμενή στο χώρο του Κέντρου με όλες τις αντιφατικές συχνά συνυποδηλώσεις που αυτός έχει.

Ωστόσο, εδώ οι ταλαντεύσεις της ΝΔ ως προς θέσεις, η υπερβολή έγνοια για την αποφυγή διαρροών προς τα δεξιά, η υπερπροβολή προσώπων από τη δεξιά πτέρυγα, η απροθυμία κάποιες φορές επικοινωνίας με τα περισσότερο φτωχά στρώματα της κοινωνίας, το ίδιο το γεγονός ότι δεν έχει προβληθεί το «κεντρώο» και «εκσυγχρονιστικό» προφίλ που μπορεί να έχει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, όλα αυτά έχουν παίξει το ρόλο τους.

Τα προβλήματα της λογικής του «ώριμου φρούτου»

Κυρίως όμως, αυτή η αίσθηση εκλογικού ορίου έχει να κάνει και με τον τρόπο που πρυτάνευσε στο εσωτερικό της αξιωματικής αντιπολίτευσης η λογική και πρακτική του «ώριμου φρούτου», δηλαδή η λογική ότι αρκεί η διαρκής φθορά του ΣΥΡΙΖΑ από την άσκηση των κυβερνητικών καθηκόντων για να επιστρέψει η ΝΔ στην εξουσία.

Όμως, η λογική του «ώριμου φρούτου» είχε συγκεκριμένες παρενέργειες. Άφησε περιθώρια στον ΣΥΡΙΖΑ να παίρνει πρωτοβουλίες (αλλά και κάποια μέτρα) με σκοπό να ανασυγκροτήσει δεσμούς με τμήμα τουλάχιστον της εκλογικής του βάσης, ενώ ταυτόχρονα δεν επέτρεψε στη ΝΔ να είναι αυτή που θα άνοιγε πρώτη τα ζητήματα, ιδίως αυτά που αφορούν την «επόμενη μέρα». Την ίδια στιγμή, η λογική του «ώριμου φρούτου» οδηγούσε συχνά και σε λανθασμένες εκτιμήσεις για γρήγορη κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ ή ως προς το εάν θα έκανε πράξη διάφορες εξαγγελίες του (π.χ. για το θέμα των συντάξεων).

Την ίδια στιγμή το ίδιο το γεγονός ότι η ΝΔ διατηρεί την πρωτιά και ο ΣΥΡΙΖΑ επίσης θα φτάσει κάποια στιγμή στα όρια της δυναμική της, σε συνδυασμό με το αποτέλεσμα αποσυσπείρωσης που θα έχει σε κάποια από τα μικρότερα κόμματα η προοπτική μη εισόδου στη Βουλή διαμορφώνει περιθώρια για τη ΝΔ να διευρύνει την επιρροή της και κατά συνέπεια την κοινοβουλευτική της πλειοψηφία στη νέα Βουλή.

Η προσπάθεια συσπείρωσης του ΣΥΡΙΖΑ

Παρότι το Μέγαρο Μαξίμου επιμένει ότι 22%-26% είναι στην πραγματικότητα μια καλή αφετηρία, εφόσον το μεγαλύτερο μέρος των αναποφάσιστων προέρχεται από το χώρο του ΣΥΡΙΖΑ και άρα υπάρχουν ανοδικά περιθώρια, είναι σαφές ότι και υπάρχουν σημαντικές δυσκολίες.

Ο ΣΥΡΙΖΑ απέφυγε την εκλογική αποδιάρθρωση που αποτυπωνόταν στο κλίμα μεγάλης απογοήτευσης της περιόδου μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015. Αυτό έγινε μέσα από τον τρόπο που επένδυσε καταρχάς σε συγκεκριμένα στρώματα. Τα επιδόματα για τα πιο φτωχά τμήμα της κοινωνίας (την ώρα βέβαια που επιδεινώθηκε η θέση της μεσαίας τάξης), η ρητή δέσμευση ότι δεν θα επιδεινώσει τη θέση των δημοσίων υπαλλήλων, η υπόσχεση για μερική επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων και για κατάργηση του υποκατώτατου μισθού, ακόμη και η σχετική αύξηση απασχόλησης σε κάποια πεδία όπως η διαχείριση του προσφυγικού ή ο χώρος της έρευνας (π.χ. αυξημένος αριθμός υποτροφιών) σε συνδυασμό με μερικά βήματα προόδου δε σχέση με την κατοχύρωση ορισμένων δικαιωμάτων (π.χ. σε σχέση με την ταυτότητα φύλου), επέτρεψαν να διατηρήσει σχέσεις εκπροσώπησης με ένα μέρος του εκλογικού σώματος.

Την ίδια στιγμή παρότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ακολουθεί μια πολιτική που μπορεί να θεωρηθεί ιδιαίτερα διαφορετική από αυτή που εφάρμοσαν ΝΔ και ΠΑΣΟΚ πριν το 2015, κατορθώνει να βρίσκει πεδία συμβολικής αντιπαράθεσης που μπορούν να διαμορφώσουν προεκλογική πόλωση: το θέμα του Συντάγματος, ο χωρισμός Εκκλησίας και κράτους, η υπεράσπιση των δημόσιων πανεπιστημίων και του άρθρου 16 του Συντάγματος, η αντιρατσιστική ρητορική, όλα αυτά επιτρέπουν στην ηγεσία του να υποστηρίζει ότι εκπροσωπεί τον πόλο της αριστεράς έναντι της δεξιάς. Με αυτά τα στοιχεία και την διεκδίκησης μιας ιδιαίτερα ήπιας στην πραγματικότητα «αναδιανομής» (μια που ο πυρήνας της «μεταμνημονιακής κανονικότητας» παραμένει η λιτότητα), ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να διεκδικήσει ουσιαστικά το ρόλο μιας νέας «κεντροαριστεράς» ή «προοδευτικής παράταξης».

Αυτό προκύπτει και από την εκτίμηση ότι αυτή τη στιγμή εκτιμούν στο ΣΥΡΙΖΑ ότι δεν έχουν αξιόπιστη αντιπολίτευση από τα αριστερά, την ώρα που πλευρές του τρόπου που ασκεί αντιπολίτευση η ΝΔ στην πραγματικότητα εκτιμούν ότι έως και τους βοηθά εφόσον τους αποδίδει «αριστερό προφίλ». Κατά συνέπεια, αυτό που χρειάζεται είναι να κάνουν είναι περισσότερο να διεκδικήσουν ψηφοφόρους του Κέντρου, διεκδικώντας ουσιαστικά να είναι η συνέχεια του παλαιού ΠΑΣΟΚ μέσα και από την ανάλογη «αντιδεξιά» ρητορική. Τμήμα αυτής της προσπάθειας προφανώς και η σκανδαλολογία ως απόδειξη του «ηθικού πλεονεκτήματος».

Ωστόσο, είναι σαφές ότι και ο ΣΥΡΙΖΑ έχει όρια. Το κοινωνικό κόστος των επιλογών του (κυρίως των μνημονιακών μέτρων αλλά και επιλογών όπως η Συμφωνία των Πρεσπών) σημαίνει ότι ένα μέρος των ψηφοφόρων που απομακρύνθηκαν δεν επιστρέφουν εύκολα, ιδίως εάν αναλογιστούμε ότι μεγάλο μέρος της κοινωνίας είδε επιδείνωση ή στην καλύτερη περίπτωση μια συνθήκη στάσιμη με έντονη επισφάλεια (αυτό που αποτυπώνεται στο ότι η ανεργία πέφτει αλλά μειώνεται ο μέσος μισθός και αυξάνεται η μερική απασχόληση).

Αυτό σημαίνει ότι το «ταβάνι» του ΣΥΡΙΖΑ δεν δείχνει να είναι η πρωτιά αλλά εκείνη η δεύτερη θέση με σχετικά μικρή διαφορά που κυρίως θα ευελπιστεί σε ένα «δεξιό διάλειμμα» πριν τις επόμενες εκλογές.

Πηγή: in.gr

Close

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο