ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Πλειονότητα ή πλειοψηφία;

Όταν γίνεται λόγος για το μεγαλύτερο μέρος ή τμήμα ενός συνόλου, η λέξη που έρχεται στο μυαλό των περισσοτέρων είναι πέραν πάσης αμφιβολίας το ουσιαστικό πλειοψηφία. Έτσι, διαβάζουμε και ακούμε καθημερινά για την πλειοψηφία των μαθητών που κάνει φροντιστήριο στην έκθεση και τα μαθηματικά, για τους Έλληνες που στην πλειοψηφία τους είναι άνθρωποι φιλόξενοι και αντιρατσιστές, για τα ελληνικά κρασιά που στην πλειοψηφία τους είναι υψηλής ποιότητας κ.λπ.

Όμως, είναι όντως ορθή η χρησιμοποίηση της λέξης πλειοψηφία στις προαναφερθείσες περιπτώσεις ή μήπως θα έπρεπε να μεταχειριστούμε μιαν άλλη λέξη, συγγενή από σημασιολογικής απόψεως, το ουσιαστικό πλειονότητα;

Όπως πάντοτε, η ετυμολογική προσέγγιση των δύο ουσιαστικών που μας απασχολούν στο παρόν άρθρο θα δώσει απάντηση στο ανωτέρω ερώτημα και θα λύσει τις όποιες απορίες μας.

Η λέξη πλειονότητα, κατά πρώτον, προέρχεται από το ουδέτερο γένος του επιθέτου της αρχαίας ελληνικής γλώσσας ο/η πλείων (ή πλέων), το πλείον (ή πλέον), που ήταν ο συγκριτικός βαθμός (ανώμαλο παραθετικό) του επιθέτου πολύς και σήμαινε περισσότερος (επί ποσού) ή μεγαλύτερος (επί μεγέθους, αριθμού κ.τ.ό.).

Με την πλειονότητα (αντώνυμό της, η μειονότητα) δηλώνουμε γενικώς και αορίστως το μεγαλύτερο μέρος ή τμήμα ενός πλήθους, ενός αριθμού προσώπων ή και πραγμάτων:

«Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, οι προβλέψεις του αποδείχτηκαν εσφαλμένες», «Οι σύγχρονοι νέοι, στην πλειονότητά τους, αποφεύγουν το γάμο», «Η πλειονότητα των μαθητών και των μαθητριών της Γ’ Λυκείου απάντησε θετικά στο συγκεκριμένο ερώτημα».

Η λέξη πλειοψηφία (ή και, λογίως, πλειονοψηφία), κατά δεύτερον, είναι σύνθετο, με πρώτο συνθετικό το πλείον (το ουδέτερο του αρχαιοελληνικού επιθέτου πλείων) και δεύτερο συνθετικό το -ψηφία (< ψήφος).

Ως εκ τούτου, με την πλειοψηφία (αντώνυμό της, η μειοψηφία ή και, λογίως, μειονοψηφία) δηλώνουμε το μεγαλύτερο αριθμό ή το μεγαλύτερο ποσοστό των ψήφων ή των ψηφοφόρων σε μια εκλογική διαδικασία, σε μια διαδικασία ψηφοφορίας κ.λπ., καθώς και, συνεκδοχικά, την ομάδα ή το κόμμα που συγκεντρώνει την πλειονότητα των μελών ενός συνόλου (π.χ., του κοινοβουλίου) σε ψηφοφορία:

«Μια κυβέρνηση είναι πραγματικά ισχυρή, όταν έχει καταφέρει να αποσπάσει την απόλυτη πλειοψηφία του εκλογικού σώματος», «Ως γνωστόν, στα δημοκρατικά καθεστώτα οι αποφάσεις λαμβάνονται κατά πλειοψηφία», «Ο αρχηγός της πλειοψηφίας πρέπει να ενεργεί υπεύθυνα και συνετά, με γνώμονα το εθνικό συμφέρον».

Από τα ανωτέρω καθίσταται φανερό ότι τα ομόρριζα ουσιαστικά πλειονότητα και πλειοψηφία δεν έχουν το ίδιο σημασιολογικό εύρος. Η πλειοψηφία είναι μια ιδιαίτερη μορφή πλειονότητας, μια σαφώς πιο περιορισμένη έννοια, ένα υποσύνολο, συνυφασμένο πάντοτε με μια διαδικασία ψηφοφορίας.

Πηγή: in.gr

Close

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο