Το Ποτάμι «στεγνώνει» και η Κεντροαριστερά αγωνιά για το μέλλον της


ΕΛΛΑΔΑ

Το Ποτάμι «στεγνώνει» και η Κεντροαριστερά αγωνιά για το μέλλον της

Από πολλές απόψεις δεν είναι πολύ συνηθισμένο οι βουλευτές ενός κόμματος να ανταλλάσσουν όχι ακριβώς κολακευτικά σχόλια μεταξύ τους στο twitter. Ή, για να το πούμε διαφορετικά, όταν το Ποτάμι διακήρυξε ότι είναι ένα κόμμα της νέας εποχής και των νέων μέσων επικοινωνίας, δεν νομίζουμε ότι είχε στο νου του αυτή ακριβώς τη χρήση τους.

Σύμφωνα με αυτόν τον διάλογο, γίνεται σαφές ότι λίγα συνεκτικά στοιχεία έχουν μείνει στο Ποτάμι, καθώς ακόμη και η κοινή απόφαση αποχώρησης από το Κίνημα Αλλαγής ερμηνεύεται με διαφορετικούς τρόπους ως προς το σε ποια κατεύθυνση πρέπει να υλοποιηθεί.

Είναι εμφανές ότι στελέχη όπως ο ίδιος ο Γρ. Ψαριανός, όπως πιθανώς και άλλοι βουλευτές όπως π.χ. ο Γ. Αμυράς, προσανατολίζονται στη συμπόρευση ή την κριτική στήριξη προς τη ΝΔ και τον Κ. Μητσοτάκη.

Εκτιμούν, δηλαδή, ότι το βασικό στίγμα πρέπει να παραμείνει αντι-ΣΥΡΙΖΑ και πιο κοντινό προς την αρχική διακήρυξη του Ποταμιού να είναι μια δύναμη που θα υλοποιούσε μια γραμμή φιλελεύθερη και εκσυγχρονιστική υπερβαίνοντας παραδοσιακές διαχωριστικές γραμμές.

Ήταν η γραμμή που από τους επικριτές της ονομάστηκε γραμμή «ακραίου κέντρου», στη βάση της ορολογίας που χρησιμοποιείται στην πολιτική θεωρία για την περιγραφή σχηματισμών του κέντρου που όμως προκρίνουν επιθετικές φιλελεύθερες πολιτικές.

Είναι επίσης εμφανές ότι άλλα στελέχη προκρίνουν δυνητικά τη συμπόρευση με τον ΣΥΡΙΖΑ. Πέραν του βουλευτή Ηρακλείου Σπύρου Δανέλλη, που έχει καταφέρει μέχρι στιγμής να εκλεγεί στη Βουλή και την Ευρωβουλή με τρεις διαφορετικούς πολιτικούς σχηματισμούς και που έχει και ιστορική προέλευση από την ανανεωτική αριστερά, έχει ακουστεί αυτό και για άλλα στελέχη, ενώ δεν είναι λίγοι, ανάμεσά τους και ο ίδιος ο Γ. Ψαριανός, που κατηγορούν τον επικεφαλής του Ποταμιού Σταύρο Θεοδωράκη ότι έχει αυτή την επιδίωξη.

Αφύσικη σχέση

Η γραμμή αυτή φαντάζει ίσως «αφύσικη» σχέση με την προέλευση του Ποταμιού και το γεγονός ότι στη δημιουργία του εξέφρασε μια τοποθέτηση που φάνταζε εκ διαμέτρου αντίθετη σε αυτή του κυβερνώντος κόμματος, μια που στο δίλημμα «μνημόνιο-αντιμνημόνιο» έπαιρνε θέση υπέρ των μεταρρυθμίσεων.

Όμως, ο συνδυασμός ανάμεσα στην πλήρη συμμόρφωση της κυβέρνησης με τις απαιτήσεις των δανειστών, την επιλογή της να προχωρήσει σε θεσμικές κατοχυρώσεις δικαιωμάτων και προφανώς το χειρισμό με τη συμφωνία των Πρεσπών, άνοιξε το δρόμο για μια σύμπραξη ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ και αυτό που θα λέγαμε φιλελεύθερο κέντρο.

Άλλωστε και στο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχουν πρόβλημα να ξεχάσουν τα όσα επικριτικά έλεγαν για το χώρο του Ποταμιού (όπως και της ΔΗΜΑΡ) παλαιότερα και να τους αναγνωρίσουν ως δυνητικά σύμμαχες δυνάμεις του «σοσιαλδημοκρατικού κέντρου και της μετριοπαθούς αριστεράς», κατά τη διατύπωση του παλαίμαχου στελέχους του ΣΥΡΙΖΑ Χ. Γεωργούλα στην εφημερίδα «Εποχή».

Όλα αυτά προφανώς καθορίζονται και από υπολογισμούς αμιγώς εκλογικούς. Στο Ποτάμι γνώριζαν καλά ότι δεν είχαν καμία πιθανότητα εκλογής μέσω αυτόνομης καθόδου και αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που αποφάσισαν να προσχωρήσουν στη διαδικασία του Κινήματος Αλλαγής.

Μετά την αποτυχία αυτού του σχεδιασμού δεν είναι παράλογο να υποθέσει κάποιος ότι σκέφτονται μια εκλογική συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ, έστω και ένα για προφανείς λόγους σε αυτή τη φάση προκρίνουν την αυτόνομη παρουσία και την άρνηση να γίνουν οι «ιπποκόμοι» του οποιουδήποτε όπως έσπευσε να δηλώσει ο ίδιος ο Σταύρος Θεοδωράκης.

Οι οδύνες της διαμόρφωσης μιας νέα Κεντροαριστεράς

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι όλες αυτές οι εξελίξεις, όποια και εάν η αφετηρία τους κυρίως διευκολύνουν τον Αλέξη Τσίπρα και τον ΣΥΡΙΖΑ.

Η αρχική προσπάθεια συγκρότησης του Κινήματος Αλλαγής έδειχνε να διαμορφώνει έναν κεντροαριστερό πόλο που ξεπερνώντας το 10% θα μπορούσε να δώσει νέα δυναμική σε αυτό το χώρο και να αντιστρέψει τα διαλυτικά αποτελέσματα της περιόδου 2009-2015, όταν ένα κάποτε κραταιό κόμμα, το ΠΑΣΟΚ, αποδιαρθρώθηκε και βρέθηκε σε ρόλο δευτεραγωνιστή της πολιτικής ζωής.

Σε συνδυασμό με τη φθορά του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και τη διατήρηση ισχυρών προσβάσεων στον συνδικαλισμό και την τοπική αυτοδιοίκηση, αυτό θα διαμόρφωνε μια νέα «μακρά πορεία» για τη διαμόρφωση ενός νέου συσχετισμού στην «προοδευτική παράταξη».

Η κίνηση αυτή απαιτούσε την κατοχύρωση ενός αυτοτελούς πολιτικού χώρου και τη διεκδίκηση μιας αυτόνομης παρουσίας απέναντι και στη ΝΔ και στον ΣΥΡΙΖΑ.

Αυτό βέβαια δεν ήταν τόσο απλό. Η συμπόρευση στην κυβέρνηση Σαμαρά αποτύπωνε και μια ευρύτερη ευρωπαϊκή τάση, που είναι η απουσία μεγάλων διαφορών ως προς την άσκηση πολιτικής ανάμεσα σε κεντροαριστερά και κεντροδεξιά κόμματα. Από την άλλη, η ανοιχτή σοσιαλδημοκρατική στροφή του ΣΥΡΙΖΑ αντικειμενικά σημαίνει και διεκδίκηση με αξιώσεις αυτού του πολιτικού χώρου από το κάποτε μέτωπο της «ριζοσπαστικής αριστεράς».

Την ίδια στιγμή αυτή ακριβώς η διπλή πίεση διαμόρφωνε και τα ανάλογα διλήμματα. Πώς θα μπορούσε να χαραχτεί μια αντιπολιτευτική γραμμή που να μην λειτουργεί απλώς ως ενίσχυση της ΝΔ και πώς οι όποιες τακτικές συμπορεύσεις με τον ΣΥΡΙΖΑ δεν θα λειτουργούσαν ως στήριγμα της κυβέρνησης.

Αυτό συνδεόταν και με ειδικότερα ζητήματα που έχουν σχέση και με τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται πλέον η άσκηση πολιτικής. Σε προηγούμενες περιόδους ήταν πιο αποδεκτό τα αντιπολιτευόμενα κόμματα να έχουν συνολικά πιο απορριπτική θέση απέναντι στις κυβερνητικές πρωτοβουλίες ακόμη και για τακτικούς λόγους. Σήμερα, είτε μιλάμε για διεθνή κέντρα, όπως π.χ. την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, είτε ακόμη και για μερίδες των εγχώριων ελίτ, υπάρχει μια έντονη πίεση για συναινέσεις «εδώ και τώρα». Η πίεση για παράδειγμα προς τη Φώφη Γεννηματά σε σχέση με τη στάση της στο «Μακεδονικό» είναι ενδεικτική.

Πιεστική κατάσταση

Όλα αυτά διαμόρφωναν μια ιδιαίτερα πιεστική κατάσταση ως προς την προσπάθεια να διεκδικήσει ξανά το ΚΙΝΑΛ να είναι ο κύριος εκφραστής της κεντροαριστέρας.

Αν σε αυτά προστεθούν και παράμετροι που πάντα παίζουν το ρόλο τους στην πολιτική, όπως είναι η προσωπική φιλοδοξία μπορούμε να καταλάβουμε αυτή την εικόνα κρίσης που σήμερα παρουσιάζει αυτός ο χώρος.

Μόνο που εάν κάποιος, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, ωφελείται, αυτός είναι μάλλον η πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ καθώς βλέπει να μπορεί να διεκδικήσει πιο αποφασιστικά μερίδιο από αυτόν τον πολιτικό χώρο και να φέρει το πολιτικό σκηνικό πιο κοντά σε έναν νέο «διπολισμό». Σε μια τέτοια περίπτωση ο ΣΥΡΙΖΑ θα διεκδικούσε να είναι απέναντι στη ΝΔ ο εκπρόσωπος ταυτόχρονα και της αριστεράς και του «προοδευτικού κέντρου».

Πηγή: in.gr

Close

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο