Κύπρος, η εισβολή που δεν προβλέψαμε


Ηρακλής Γερογιώκας

Κύπρος, η εισβολή που δεν προβλέψαμε

Η δύσκολη συμβίωση

Το κυπριακό είναι ένα πρόβλημα που μπορεί να χαρακτηριστεί ένα μέγιστο case study των διεθνών σχέσεων καθώς περικλείει ένα μεγάλο κομμάτι της θεωρίας τους, η οποία επιβεβαιώνεται σε πολλές πτυχές της ιστορίας της Κύπρου.

Με τις συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου το 1959, η Κύπρος ανακηρύσσεται ανεξάρτητη δημοκρατία, στα πλαίσια της Βρετανικής κοινοπολιτείας . Η στρατηγική του «διαίρει και βασίλευε» που χρησιμοποίησε η Μεγάλη Βρετανία και στο Κυπριακό επιβεβαιώνει την στρατηγική ελέγχου που επιδιώκουν οι ισχυροί και αφετέρου την μοίρα των μικρών και αδύναμων κρατών υπό την σκιά αυτής της πρακτικής.[1]  Η είσοδος της Τουρκίας στην διπλωματική σκακιέρα του Κυπριακού  ήταν μια κίνηση που διευκόλυνε την παραμονή της Βρετανίας στο νησί και βέβαια η σύμφωνη γνώμη των ΗΠΑ έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Οι ΗΠΑ ενδιαφερόταν για τις θέσεις του ΝΑΤΟ στην ανατολική Μεσόγειο.  Ο εθνικισμός  ήταν χαρακτηριστικό και των δύο κοινοτήτων στο νησί, παρότι υπήρχαν και διαστήματα κατά τα οποία  μεγάλος μέρος του πληθυσμού   έδειξε ότι μπορεί να συνυπάρχει . Στις 16 Αυγούστου του 1960 ανακηρύσσεται η Κυπριακή Δημοκρατία, με Πρόεδρο τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο.  Αν κάποιος θέλει να λάβει υπόψη το πόσο η ανθρώπινη φύση επηρεάζει τις διεθνείς σχέσεις, καλά θα κάνει να εστιάσει στο έργο, στην προσφορά, στις ιδέες, στην επιρροή, στην προσωπικότητα, στα λάθη του  Μακάριου. Υπήρξε ένας άκρατος εθνικιστής, ένας υπέρμαχος της Ενώσεως με την Ελλάδα  ακόμη και μετά την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Εν ολίγοις , ο Μακάριος δεν ήταν σοφή επιλογή για να αναλάβει την Προεδρία του νεοσύστατου κράτους.  Δεν ήταν ο αυτοσκοπός του η ομαλή εξέλιξη των πραγμάτων της Δημοκρατίας, δεν θα μπορούσε να ενώσει τις δύο κοινότητες. Επιπλέον, όπως θα δούμε στη συνέχεια, χαρακτηριζόμενος ως «Κάστρο της Μεσογείου», δυσχέραινε κατά πολύ τις διπλωματικές κινήσεις και τις συμμαχίες της Δημοκρατίας  με τις ΗΠΑ , κάτι που θα έπαιζε καταλυτικό ρόλο για την επιβίωση του κράτους.  Ένα ιστορικό λάθος του Μακαρίου υπήρξε η υποβολή δεκατριών προτάσεων για αναθεώρηση του συντάγματος, κίνηση που αποτέλεσε και το έναυσμα επιδείνωσης των σχέσεων Ελλάδας –Τουρκίας . Ταυτόχρονα, ξεκίνησαν συγκρούσεις μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, με αποτέλεσμα 1200 νεκρούς μέχρι τον Μάρτιο του 1964[2]. Η παρέμβαση των ΗΠΑ απέτρεψε την τουρκική εισβολή και η Τουρκία προέκρινε πλέον την γεωγραφική συγκέντρωση των Τουρκοκυπρίων και την δημιουργία μιας διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας.  Οι Τουρκοκύπριοι απεχώρησαν από την διακυβέρνηση της Δημοκρατίας, δημιουργήθηκαν οι «θύλακοι», 115 περιοχές που κατοικούνταν αμιγώς από Τουρκοκύπριους. Το νεοσύστατο κράτος έγινε πιο  «ελληνικό», ο τουρκικός πληθυσμός ήταν σε δυσμενή θέση, οι μεγάλες δυνάμεις ανήσυχες, η Τουρκία καχύποπτη και με το δάχτυλο στην σκανδάλη.

Τον Ιανουάριο του 1964, ο αρχηγός του ΝΑΤΟ, σε μια κατευναστική αποστολή επισκέφθηκε Ελλάδα και Τουρκία και έκτοτε ανατέθηκε στον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ η παρακολούθηση της πορεία του Κυπριακού και των Ελληνοτουρκικών σχέσεων γενικά.  Με την σύμφωνη γνώμη των ΗΠΑ και της Βρετανίας, μια ελληνική μεραρχία 8500 ανδρών στάλθηκε στην Κύπρο. Η μεραρχία διασφάλιζε την αποτροπή τουρκικής εισβολής και βέβαια συνέφερε και τους Αμερικανούς γιατί θεωρούσαν ότι διασφάλιζαν τον έλεγχο του Μακαρίου.   Η δεκαετία του 1960 στο Κυπριακό δείχνει τον αέναο αγώνα  του έθνους –κράτους για επικράτηση , το  πόσο το εθνικό συμφέρον είναι υπέρτατο όλων, το πόσο οι συμμαχίες είναι ευάλωτες και εφήμερες.  Ο Μακάριος, αντίθετος με την ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ, αναζητούσε προστασία στο κίνημα των αδεσμεύτων, προμηθευόταν όπλα από την Τσεχοσλοβακία, είχε απευθύνει έκκληση προς την Σοβιετική Ένωση , με αφορμή την πιθανότητα τουρκικής εισβολής, δεν είχε δεχθεί την νατοϊκή ειρηνευτική δύναμη και είχε προτιμήσει την διαιτησία του ΟΗΕ, αφήνοντας περιθώρια ανάμειξης στις ΗΠΑ.

Τα σχέδια Άτσεσον αποτελούν επίσης μια προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού , θέτοντας όμως πρωτίστως το θέμα της διαφύλαξης της ισορροπίας του διεθνούς συστήματος με διασφάλιση της ειρήνης μεταξύ μελών του ΝΑΤΟ.  Ακόμη και η ίδια η απόρριψη τους από τα δύο μέρη είναι μια σαφής επιβεβαίωση του ρεαλισμού που διακατέχει τα κράτη στην εξωτερική πολιτική. Με την απόρριψη του σχεδίου Άτσεσον οι Αμερικανοί αντιλαμβάνονται ότι  η Κυπριακή Δημοκρατία δεν ελέγχεται από την Ελλάδα και λάτρεις της σταθερότητας όπως ήταν θα ακολουθούσαν μια ξεκάθαρα φιλοτουρκική πολιτική. Για τους δικούς του στρατηγικούς λόγους, την Τουρκία θα επέλεγε και η ΕΣΣΔ. Το κλίμα τόσο στο ΝΑΤΟ όσο και στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας ήταν πια αρνητικό για τα Ελληνικά συμφέροντα.

Λίγο πριν την εισβολή, το κλίμα στην Κύπρο ήταν θεωρητικά εκρηκτικό . Ένα κράτος που μαστίζεται από άκρατο εθνικισμό, δύο κράτη με αντικρουόμενα εθνικά συμφέροντα , ένας ηγέτης με στοιχεία που θα έκανε τους συμπεριφοριστές της διεθνούς θεωρίας υπερήφανους, δύο υπερδυνάμεις που έβλεπαν την αστάθεια στην περιοχή με αρνητικό μάτι.

Η εισβολή

Κατά την πρώτη παγκόσμια πετρελαϊκή κρίση, τον Οκτώβριο του 1973, αποτέλεσμα του εμπάργκο πετρελαίου που επέβαλαν οι χώρες του ΟΠΕΚ στην δύση λόγω της υποστήριξης που είχαν παράσχει οι ΗΠΑ  στο Ισραήλ κατά τον πόλεμο του Γιομ Κιπούρ, το χουντικό καθεστώς αρνείται να επιτρέψει την χρησιμοποίηση των αμερικανικών βάσεων στην Ελλάδα για τον ανεφοδιασμό των ισραηλινών και ο αποκλειστικός στυλοβάτης της χούντας των συνταγματαρχών αποσύρει την υποστήριξη του. [3] Στην Τουρκία επικρατεί πολιτική αστάθεια  και στη Κύπρο η ΕΟΚΑ Β λειτουργεί ως η μακρά χείρα του δικτάτορα Ιωαννίδη.  Οι σχέσεις με τον Μακάριο βρίσκονται στο ναδίρ και αυτός ζητά την αποχώρηση των Ελλαδιτών αξιωματικών από την Κύπρο με ανοικτή επιστολή στον  Πρόεδρο της Δημοκρατίας Φαίδωνα Γκιζίκη.  Η διπλωματική ηγεσία του υπουργείου εξωτερικών παραιτείται διαφωνώντας με την πολιτική που διαμορφώνει η χούντα. Την 15η Ιουλίου του 1974 η δικτατορία της Αθήνας ανατρέπει τον Μακάριο , αυτός δραπετεύει στην Νέα Υόρκη και εγκαθίσταται μια κυβέρνηση ανδρείκελο με πρόεδρο τον αγωνιστή  της ΕΟΚΑ Ν. Σαμψών. Η ελληνική μεραρχία , θυμίζω , είχε αποσυρθεί το 1967. Ο Μακάριος στην Νέα Υόρκη, κάνει έκκληση στις εγγυήτριες δυνάμεις να παρέμβουν. Η Τουρκία είναι πεπεισμένη ότι η Ελλάδα δεν θα την εμποδίσει. Η εισβολή είναι πια γεγονός. Μέσα στα πλαίσια του δομικού ρεαλισμού που κινούμαστε  η εισβολή θα μπορούσε να αποτραπεί. Γιατί όμως οι ΗΠΑ και η ΕΣΣΔ , καθώς και η Μεγάλη Βρετανία, εγγυήτρια δύναμη ούσα, δεν προέβη σε ουσιαστικές  ενέργειες αποτροπής της εισβολής ;

Οι ΗΠΑ είναι εν μέσω του σκανδάλου Watergate, με ένα Νίξον να παραπαίει και αποκλειστικό χειριστή της κατάστασης από τον Κίσινγκερ, ορκισμένο εχθρό του Μακαρίου.

Η Βρετανία δεν επιθυμούσε επιχειρησιακή εμπλοκή, αν το είχε κάνει από κοινού με την Τουρκία όπως ζήτησε ο Τούρκος Πρωθυπουργός Ετσεβίτ, θα αποτρεπόταν κάθε έννοια κατοχής. Η Σοβιετική Ένωση  το θεώρησε εσωτερικό πρόβλημα του ΝΑΤΟ και στην Ευρώπη η Ελλάδα ήταν σε δυσμένεια λόγω της φύσεως του καθεστώτος.  Ας δούμε όμως το διπλωματικό παρασκήνιο.

Σύμφωνα με τον Αμερικανό διπλωμάτη ,υπεύθυνο της Διεύθυνσης Κυπριακού Τόμας Μπόγιατ, οι Βρετανοί πολύ απρόθυμα ασχολούνταν με το Κυπριακό, σαν να ήταν εξαναγκασμένοι από τη συνθήκη εγγυήσεων. Το παιχνίδι περνούσε πια στα χέρια των Αμερικανών. [4] Το Αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών γνώριζε για το επικείμενο πραξικόπημα κατά του Μακαρίου. Μια συμφωνία που θα εξυπηρετούσε τόσο τα συμφέροντα των Τούρκων όσο και των Ελλήνων συνταγματαρχών ήταν πιο προσηνής για τους σχεδιασμούς των ΗΠΑ στην περιοχή. Ο Κισσιντζερ θεωρούσε ότι η επέκταση της αμερικανικής επιρροής στην περιοχή θα γινόταν μέσω της Τουρκίας. Συμπαθούσε τη ελληνική χούντα και αντιπαθούσε τρομερά τον Μακάριο, τόσο την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια με την οποία ο Αρχιεπίσκοπος περιέβαλε την Αμερικανική πολιτική στην περιοχή όσο και προσωπικά. Ο Μακάριος είχε καταφέρει με την προσπάθεια του να χαρακτηρίζεται αδέσμευτος να ενοχλεί και του Σοβιετικούς που ενώ τον στήριζαν διαρκώς σε κρίσιμες στιγμές εξυπηρετούσε τα συμφέροντα των Αμερικανών.[5] Στην έκθεση του προς το αμερικανικό υπουργείο εξωτερικών, ο Τόμας Μπόγιατ θεωρεί ότι τόσο το πραξικόπημα όσο και η εισβολή θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί. [6]

Η Διάσκεψη της Γενεύης

Τον Αύγουστο του 1974, μετά την πρώτη φάση της τουρκικής εισβολής συγκλήθηκε η Διάσκεψη της Γενεύης. Στην διάσκεψη παρέστησαν αντιπροσωπείες των τριών εγγυήτριων δυνάμεων , η Ελλάδα, η Τουρκία, η Μ.Βρετανία καθώς και αντιπροσωπεία  των δύο κοινοτήτων με τον Γλαύκο Κληρίδη και τον Ραούφ Ντενκτάς να ηγούνται  των δύο αντιπροσωπειών. Ακόμη και κατά τη διάσκεψη της Γενεύης  στις 13 Αυγούστου  1974, ο Κίσσιντζερ ενημερώνει τον Βρετανό υπουργό Εξωτερικών Κάλλαχαν ότι οι Αμερικανοί δεν θα ασκήσουν πίεση για αποτροπή του Αττίλα ΙΙ , ούτε καν «απειλή για διακοπή στρατιωτικής βοήθειας προς την Τουρκία.» [7] Ο Κάλλαχαν ενημέρωσε τον Κληρίδη ότι οι Βρετανοί δύσκολα θα αναλάμβαναν την ευθύνη να αναχαιτίσουν μόνοι  τους Τούρκους. Ήταν σαφές ότι η Βρετανική εξωτερική πολιτική μεταβαλλόταν σε φερέφωνο των Αμερικανών και από εγγυήτρια δύναμη η Βρετανία θα γινόταν μεσολαβητής. Όταν οι Βρετανοί κατανόησαν τις τουρκικές επιδιώξεις, η Αμερικανική στάση δεν τους άφηνε περιθώρια βελτίωσης. Κάτι τέτοιο συνέβη και με τα Ηνωμένα Έθνη. Ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών Κούρτ Βαλντχάιμ –σύμφωνα με τον Κάλλαχαν- είχε συμφωνήσει ότι η UNFICYP  θα παρέμβαινε δυναμικά εναντίον οποιασδήποτε  προσπάθειας τουρκικής προέλασης.  Η απόφαση αυτή του Γενικού Γραμματέα μεταβλήθηκε καθώς ήταν πασιφανές ότι είτε οι Τούρκοι θα επιχειρούσαν και κατά της ειρηνευτικής δύναμης είτε  μέσω του Συμβουλίου Ασφαλείας, οι Αμερικανοί θα μπλόκαραν την απόφαση του Βάλνταχαιμ. Ήταν προφανές , λοιπόν, ότι στη Γενεύη η ελληνική πλευρά ήταν μόνη της. Δεν ήταν έτοιμη να δεχτεί τα καινούρια δεδομένα στο Κυπριακό, καθώς τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Κύπρο επικρατούσε πλήρη σύγχυση. Η αδυναμία της ελληνικής και η αποφασιστικότητα της τουρκικής κυβέρνησης οδήγησαν στο ναυάγιο της Γενεύης, το οποίο ήταν προδιαγεγραμμένο καθώς η στρατηγική του Ετσεβίτ ήταν να δράσει γρήγορα πριν εξομαλυνθεί η κατάσταση στην Κύπρο και την Ελλάδα και να τους φέρει προ τετελεσμένων γεγονότων χωρίς μακροχρόνιες διαπραγματεύσεις. Η αδυναμία της Ελλάδας να συνδράμει στρατιωτικά την Κύπρο ήταν καταλυτική για τις εξελίξεις. Οι Αμερικανοί επιζητούσαν μια γρήγορη λύση που θα επανέφερε την σταθερότητα στην περιοχή. Άρα, συντάχθηκαν με τους Τούρκους, αδιαφορώντας για το διεθνές δίκαιο. Ο Αττίλας ΙΙ θα καθόριζε το μέλλον του νησιού για πάντα. Ήταν μια εξέλιξη που βόλευε το διεθνές σύστημα καθώς θα έφερε την ομαλότητα στην περιοχή.  Είναι αλήθεια πως ο γεωγραφικός διαχωρισμός επέφερε την ασφάλεια κα την ηρεμία που επιζητούσαν οι Αμερικανοί.

Ηρακλής Γερογιώκας – Τομέας Εξωτερικών Ν.Δ.

[1] Ευαγόρας Ευαγόρου, Οι Ελληνοτουρκικές σχέσεις από το 1923 ως Σήμερα, Ποιότητα, Αθηνα, 2010, σελ 104

[2]   Συρίγος Άγγελος, Ελληνοτουρκικές Σχέσεις, Πατάκης, Αθήνα, 2014 σελ 153

[3]  Συρίγος Άγγελος, Ελληνοτουρκικές Σχέσεις, Πατάκης, Αθήνα, 2014 σελ 220.

[4] Βενιζέλος Κ-Ιγνατίου Μ, Τα μυστικά αρχεία του Κίσσιντζερ, Λιβάνη, Αθήνα,2002, σελ 42.

[5]  Συρίγος Άγγελος, Ελληνοτουρκικές Σχέσεις, Πατάκης, Αθήνα, 2014  σελ 70

[6] Συρίγος Άγγελος, Ελληνοτουρκικές Σχέσεις, Πατάκης, Αθήνα, 2014 σελ 80

[7] Πολύβιος Πολυβίου , Η διπλωματία της εισβολής, Καστανιώτη, Αθήνα, 2010, σελ 110.

Ετικέτες
Close

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο