Κώστας Βαϊούλης

Χωρισμός Εκκλησίας και Κράτους: Τι ακριβώς εννοούμε;

Το τελευταίο καιρό έχει επανέλθει στο προσκήνιο και στον δημόσιο διάλογο το ζήτημα του χωρισμού Εκκλησίας και Κράτους. Ο χωρισμός Κράτους και Εκκλησίας συνιστά μία μεταφορική περιγραφή της απόστασης της σχέσης μεταξύ της οργανωμένης θρησκείας και του εθνικού κράτους.

Αν και η ιδέα του διαχωρισμού έχει υιοθετηθεί σε αρκετά κράτη, οι βαθμίδες του διαχωρισμού διαφέρουν κατά περίπτωση κι εξαρτώνται από την ισχύουσα νομική δομή και την κρατούσα άποψη όσον αφορά στη σωστή σχέση μεταξύ θρησκείας και πολιτικής. Η βαθμίδα διαχωρισμού ανά τον κόσμο άλλωστε ποικίλλει τόσο, ώστε να συναντούνται από παραδείγματα απόλυτου διαχωρισμού, επιβεβλημένα από το Σύνταγμα, όπως λόγου χάρη στη Σιγκαπούρη, μέχρι την επιβολή μίας επίσημης θρησκείας με απόλυτη απαγόρευση οποιασδήποτε άλλης, όπως στις Μαλδίβες.

Όταν λέμε «σχέσεις εκκλησίας-κράτους», ξέρουμε ποιο είναι το κράτος. Ποια είναι όμως η εκκλησία; Στην Ελλάδα έχουμε πέντε και ενίοτε διοικητικά άσχετες μεταξύ τους εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες: την Εκκλησία της Ελλάδος, την ημιαυτόνομη Εκκλησία της Κρήτης, τις πατριαρχικές και μόνο διοικητικά ελλαδικές Νέες Χώρες, το Άγιον Όρος και τις απευθείας υπαγόμενες στον Θρόνο μητροπόλεις της Δωδεκανήσου.

Ιστορικά, λόγω της απουσίας Κράτους για μεγάλο χρονικό διάστημα εξαιτίας της Τουρκικής κατοχής και σκλαβιάς η Ελληνική Εκκλησία αντικαθιστούσε αυτή την έλλειψη και είναι αυτό το σημαντικό στοιχείο που μας διαφοροποιεί από όλα τα Ευρωπαϊκά κράτη τα οποία έκαναν επαναστάσεις για να ελευθερωθούν από  τον ασφυκτικό εναγκαλισμό της Εκκλησίας-Παπικής εξουσίας  στον κρατικό μηχανισμό(π.χ Γαλλική Επανάσταση), ενώ στην Ελλάδα η Εκκλησία πρωτοστατούσε στις Εθνικοαπελευθερωτικές προσπάθειες.

Όμως τι εννοούμε με τον όρο Διαχωρισμό Εκκλησίας και Κράτους;

Ας προσπαθήσουμε να θέσουμε τα ζητήματα που κάποιοι ισχυρίζονται ότι πρέπει να επιλυθούν:

1) Με τον χωρισμό κράτους εκκλησίας θα αποδοθεί στο Δημόσιο η εκκλησιαστική περιουσία

Η αντιβασιλεία του Όθωνα (αλλοεθνής και άλλου δόγματος) πιστεύοντας ότι η περιουσία της Εκκλησίας αποτελεί θησαυρό που κληροδοτήθηκε από τους προγόνους στο ελληνικό έθνος και λησμονώντας την ανεκτίμητη προσφορά των ορθοδόξων μοναστηριών στους παλαιότερους και στους ακόμα νωπούς τότε αγώνες της εθνικής παλιγγενεσίας, με τα βασιλικά διατάγματα του 1833 και 1834 απεφάσισε τη διάλυση 416 μοναστηριών και τη διάθεση της κινητής και ακίνητης περιουσίας τους με το πρόσχημα να συσταθεί το “Εκκλησιαστικό Ταμείο”. Ήταν όμως τόσο κακή η σύσταση και οργάνωση του ταμείου αυτού, ώστε το μόνο που συνέβη ήταν η διαρπαγή της εκκλησιαστικής περιουσίας και η πώληση -εκ μέρους επιτηδείων – ιερών σκευών και κειμηλίων στα παζάρια. Το 1836 η απαλλοτριωτική διάθεση της Αντιβασιλείας επεκτάθηκε και στην περιουσία των Μοναστηριών που διατηρήθηκαν σε λειτουργία “χάριν θεάρεστων έργων και προς οικοδομήν ιερών και αγαθοεργών καταστημάτων”. Έτσι απαλλοτριώθηκαν υποχρεωτικά και άλλες μοναστηριακές εκτάσεις, ενώ σε όσες απέμειναν επιβλήθηκε βαρύτατη έμμεση φορολογία.

Στη διάρκεια της δεύτερης και τρίτης δεκαετίας του 20ου αιώνα, μετά τους Βαλκανικούς και τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο κυρίως δε έπειτα από τη Μικρασιατική Καταστροφή (1922), το ελληνικό κράτος επέτεινε την απαλλοτριωτική του επιβολή σε βάρος της εκκλησιαστικής περιουσίας. Με τους νόμους 1072/1917 και 2050/1920 (“αγροτικός νόμος”) και άλλους μεταγενέστερους απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά πολλές μοναστηριακές εκτάσεις για την αποκατάσταση προσφύγων και ακτημόνων και για λόγους “προφανούς ανάγκης και δημόσιας ασφαλείας”. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην περίοδο 1917 μέχρι 1930 απαλλοτριώθηκαν εκκλησιαστικές εκτάσεις αξίας άνω του ενός δισεκατομμυρίου προπολεμικών δραχμών και το Κράτος κατέβαλε στο Γενικό Εκκλησιαστικό Ταμείο μόνο το 4% (40 εκατομμύρια δραχμές). Τα υπόλοιπα 960 εκατομμύρια οφείλονται ακόμα!

Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με υπολογισμούς κατά την πρώτη φάση μόνο, το 50% της γεωργική γης της εκκλησίας δόθηκε σε ακτήμονες, ενώ και η δεύτερη φάση που ολοκληρώθηκε γύρω στο 1930 ήταν εξίσου μεγάλο το κομμάτι γης της εκκλησίας που απαλλοτριώθηκε.

Με τον κωδ. νόμο 4684/1931 περί “Οργανισμοί Διοικήσεως Εκκλησιαστικής και Μοναστηριακής Περιουσίας” αποφασίσθηκε από την Πολιτεία η ρευστοποίηση της ακίνητης περιουσίας των Μονών παρά τις επιφυλάξεις της Εκκλησίας.

Όταν το 1987 ψηφίστηκε από τη Βουλή ο νόμος 1700/87 (νόμος Τρίτση) που αποτελεί μία ακόμη προσπάθεια για την οριστική αποψίλωση της εκκλησιαστικής περιουσίας, δόθηκε αφορμή να δημοσιευθούν σημαντικά κείμενα. Μεταξύ αυτών και ένα υπό τον τίτλο “ιδιοκτησιακό καθεστώς και αξιοποίηση της αγροτικής γης στην Ελλάδα” .

Με αναμφισβήτητα στοιχεία, στηριγμένο σε μελέτη των Θ. Τσούμα και Δ. Τασιούλα που εκδόθηκε επισήμως από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος λίγο αργότερα, το 1988, αποδεικνύεται ότι στο σύνολο της αγροτικής γης της Ελλάδος ανήκουν

ΔΗΜΟΣΙΟ 43.598.000 στρέμματα
ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ 15.553.200 στρέμματα
ΕΚΚΛΗΣΙΑ 1.282.300 στρέμματα
ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΙ 1.098.400 στρέμματα

Από αυτά τα 1.282.300 στρέμματα ιδιοκτησίας της Εκκλησίας, τα 367.000 είναι δασικές εκτάσεις, τα 745.400 βοσκότοποι και μόνο τα 169.900 γεωργική καλλιεργήσιμη γη. Δηλαδή οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις της αντιστοιχούν μόλις στο 0.48% του συνόλου της αγροτικής γης της χώρας μας!

Και να ληφθεί υπόψη ότι κατά τη δεκαετία 1974-1983 “εγκαταλείπονται κάθε χρόνο από τους αγρότες και κτηνοτρόφους κατά μέσο όρο 162.400 αγροτικής γης ακαλλιέργητα και ανεκμετάλλευτα”. Το 1983 υπολογίστηκαν ως 4.380.000 στρέμματα οι εγκαταλελειμμένες εκτάσεις γης (σχεδόν 3.5 φορές μεγαλύτερες από το σύνολο της γης που ανήκει στην εκκλησία, ενώ σήμερα θα είναι ασφαλώς πολύ περισσότερο).

Παρά ταύτα, στα μάτια κάποιων η εναπομείνασα περιουσία φαντάζει μεγάλη. Δε λαμβάνεται όμως υπόψη ότι αυτή δεν ανήκει στην Κεντρική Διοίκηση (Ιερά Σύνοδο), αλλά σε περισσότερα από 10.000 εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα (Μητροπόλεις, Ναούς, Μονές, Προσκυνήματα, Ιδρύματα, Κληροδοτήματα και άλλα) με τεράστιο κοινωνικό έργο. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κοινωνικής προσφοράς, όχι και το μοναδικό, αποτελεί η Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη (Αθήνα). Έχοντας στην κατοχή της σημαντική περιουσία που την απέκτησε κατά τον 17ο και 18ο αιώνα με αγορές των ηγουμένων της (σώζονται στο αρχείο της τα σχετικά έγγραφα), αναδείχθηκε ο μεγαλύτερος κοινωνικός ευεργέτης των Αθηνών.

Σε δωρηθέντα ακίνητά της έχουν ανεγερθεί:η Ριζάρειος Σχολή, η Ακαδημία Αθηνών, το Αιγινήτειο Νοσοκομείο, το Μετσόβειο Πολυτεχνείο, το Σκοπευτήριο, το Πτωχοκομείο, η Μαράσλειος Ακαδημία, το Θεραπευτήριο “Ευαγγελισμός”, το Αρεταίειο νοσοκομείο, η Αγγλική Αρχαιολογική Σχολή, οι Αστυνομικές Σχολές στην οδό Μεσογείων, το Νοσοκομείο Παίδων, το Νοσοκομείο Συγγρού, το Λαϊκό Νοσοκομείο “Σωτηρία”, το Ασκληπιείο Βούλας, η Γεννάδιος Βιβλιοθήκη, το Ορφανοτροφείο Βουλιαγμένης, το ΠΙΠΚΑ Βούλας Ιπποκράτειο Νοσοκομείο, Γηροκομείο, Εθνική Βιβλιοθήκη, Πανεπιστήμιο Αθηνών, 142 Δημοτικά, Γυμνάσια και Λύκεια της Αττικής και πολλά άλλα… 

2) Με τον χωρισμό κράτους εκκλησίας οι κληρικοί δεν θα μισθοδοτούνται από το κρατικό προϋπολογισμό.

Με την από 18/9/1952 “Σύμβαση περί εξαγοράς υπό του Δημοσίου κτημάτων της Εκκλησίας προς αποκατάστασιν ακτημόνων γεωργικών κτηνοτρόφων”, η Εκκλησία της Ελλάδος υποχρεώθηκε να παραχωρήσει στο Κράτος το 80% της καλλιεργούμενης ή καλλιεργήσιμης αγροτικής περιουσίας της με αντάλλαγμα να λάβει κάποια αστικά ακίνητα και 45.000.000 δραχμές νέας (τότε) εκδόσεως. Στη σύμβαση του 1952 περιέχεται η διακήρυξη του κράτους ότι η απαλλοτρίωση αυτή είναι η τελευταία και δεν πρόκειται να υπάρξει νεότερη στο μέλλον, ενώ υπάρχει και η δέσμευση ότι η Πολιτεία θα παρέχει κάθε αναγκαία υποστήριξη (υλική και τεχνική), ώστε η Εκκλησία να μπορέσει να αξιοποιήσει την εναπομείνουσα περιουσία της. Στην ίδια σύμβαση καθιερώθηκε και η “μισθοδοσία” των κληρικών από τον Κρατικό Προϋπολογισμό – του δε Αρχιεπισκόπου και των Μητροπολιτών από το έτος 1980 – ως υποχρέωσις του Κράτους έναντι των μεγάλων παραχωρήσεων γης στις οποίες είχε προβεί η Εκκλησία της Ελλάδος κατά την δεκαετία 1922-32. Δηλαδή, επειδή το Κράτος αδυνατούσε να καταβάλει οποιοδήποτε αντίτιμο -όπως προέβλεπε ο νόμος του 1932 – συνεφωνήθη να μισθοδοτούνται επ’ άπειρον οι κληρικοί και το Κράτος δεσμεύθηκε επ’ αυτού. Άλλωστε κατά το άρθρο 13 παρ. 3 του Συντάγματος το ζητούμενο δεν είναι η κατάργηση της μισθοδοσίας για τον ορθόδοξο κλήρο, αλλά η επέκτασή της στους λειτουργούς κάθε “γνωστής” θρησκείας.

3) Με τον χωρισμό κράτους εκκλησίας θα επιτευχθεί η πλήρης θρησκευτική ελευθερία για όλα τα υποκείμενά της ατομικά ή συλλογικά

Αυτό είναι αυτονόητο, αλλά λέγεται “σεβασμός της θρησκευτικής ελευθερίας” και όχι “χωρισμός Κράτους και Εκκλησίας”. Αν εννοούν ότι η εκκλησίας της Ελλάδος πρέπει να μετατραπεί ως προς τις νομικές της σχέσεις από ν.π.δ.δ. σε ν.π.ι.δ. (π.χ. σωματείο ή ίδρυμα), τότε πρέπει να υπενθυμισθεί  ότι κατά τη Συνθήκη της Λωζάνης ο Μουφτής θα είναι πάντα δημόσιος λειτουργός. Ότι το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο και η κατά τόπους ισραηλιτικές κοινότητες είναι ν.π.δ.δ. Ότι η Εκκλησία των εν Ελλάδι Καθολικών, παρότι πρόσφατα χαρακτηρίστηκε ν.π.ι.δ. είναι κατά μία σοβαρά υποστηριζόμενη άποψη ν.π.δ.δ. με βάση το Πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1830, ενώ βεβαίως έχει σχέση “κανονικής υποταγής” με την Αγία Έδρα που έχει και κρατική υπόσταση. (Σχετικά εργασία με θέμα : «Σχέσεις κράτους και εκκλησίας κατά το σύνταγμα» Γιαταγάνα Σοφία 2013 Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών-Τμήμα Νομικής)

4) Να καταργηθεί το νομικό πλαίσιο που καθορίζει μεταξύ άλλων την διδασκαλία των θρησκευτικών στα σχολεία, τη κατάργηση του αγιασμού, την ισοκυρία του θρησκευτικού με τον πολιτικό γάμο και την προαγωγή του πολιτικού ως υποχρεωτικού , την ονοματοδοσία άσχετα από τη βάπτιση, τη κηδεία χωρίς θρησκευτική ακολουθία, τη κατάργηση του όρκου και την αντικατάστασή του από ίσης αξίας διαβεβαιώσεις ,τη μη υποχρεωτική θρησκευτική ταφή, τη κατάργηση του θρησκευτικού όρκου του ανωτάτου Άρχοντος και των υπουργών.

Η διδασκαλία των θρησκευτικών στα σχολεία στο πλαίσιο του άρθρου 16 παρ.2 του Συντάγματος που ορίζει ως σκοπό της παιδείας μεταξύ άλλων και την “ανάπτυξη  της θρησκευτικής συνείδησης” είναι προφανές ότι πρέπει να γίνεται έτσι ώστε να μη παραβιάζει τη θρησκευτική ελευθερία κανενός  (πρακτική εναρμόνιση των άρθρων 13 και 16 παρ.2). Αρκεί συνεπώς η δήλωση της επιθυμίας των γονέων του ανηλίκου μαθητή πως δεν επιθυμεί να παρακολουθεί το μάθημα, για να απαλλαγεί από αυτό, χωρίς περαιτέρω διερεύνηση. Σημασία έχει το γεγονός πως ο τελευταίος λόγος ανήκει σ’ αυτούς που ασκούν τη γονική μέριμνα, καθώς οι συναφείς κανόνες της διεθνούς προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που ισχύουν και στη χώρα μας με σχετικά αυξημένη νομική δύναμη, εξασφαλίζουν στους γονείς το δικαίωμα να ελέγχουν την θρησκευτική εκπαίδευση των παιδιών τους.

Επιπλέον, αν εννοούν ότι δεν πρέπει να γίνονται αγιασμοί ή δοξολογίες, τότε πρέπει να ξέρουν ότι αυτό δεν το προβλέπει ούτε το επιβάλλει το Σύνταγμα, γιατί εκτός από το Σύνταγμα υπάρχει η συνήθεια, η παράδοση, η συνειδησιακή ανάγκη. Ορισμένοι πιστεύουν εσφαλμένα ότι «λαϊκό κράτος» είναι το κράτος που σέβεται τη θρησκευτική ελευθερία. Υπάρχουν όμως κράτη που έχουν κρατική εκκλησία και είναι θρησκευτικά φιλελεύθερα όπως η Μεγάλη Βρετανία και κράτη «λαϊκά» που παραβιάζουν τη θρησκευτική ελευθερία όπως η Τουρκία. Στο στόχαστρο πρόσφατης έκθεσης του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών για την κατάσταση της θρησκευτικής ελευθερίας στον κόσμο βρίσκεται η Γαλλία, το τυπικό ευρωπαϊκό παράδειγμα λαϊκού κράτους, επειδή δεν αναγνωρίζει την «εκκλησία της επιστημολογίας»  “scientology” και διάφορες άλλες οργανώσεις ως θρησκεύματα (!). Η πλήρης προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας και η αντιμετώπιση θεμάτων όπως η μεταχείριση των αντιρρησιών συνείδησης, η στάση απέναντι στον προσηλυτισμό, η ίδρυση ναών ή ευκτηρίων οίκων από αλλόθρησκους ή ετεροδόξους, η διδασκαλία των θρησκευτικών και το δικαίωμα απαλλαγής από αυτό, η πολιτική κήδευση, η αντικατάσταση του όρκου φορέων πολιτειακών οργάνων που θέλουν να διαβεβαιώσουν στην τιμή τους και όχι να ορκιστούν κτλ. είναι ζήτημα εφαρμογής και όχι αναθεώρησης του Συντάγματος.
5) Να μη χαρακτηρίζεται από το Σύνταγμα ως επικρατούσα Θρησκεία και να καταργηθεί το άρθρο 3 του Συντάγματος και η προμετωπίδα αυτού που αναφέρει “Εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος”

“Επικρατούσα” θρησκεία σημαίνει όχι επίσημη ή κρατική θρησκεία (όπως π.χ. στην Αγγλία, τη Νορβηγία ή άλλες ευρωπαϊκές χώρες), αλλά θρησκεία της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού. Άλλωστε το άρθρο 3 δεν ρυθμίζει, όπως προέκυψε ιστορικά, κυρίως τις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας, αλλά τη σχέση Εκκλησίας της Ελλάδος και Οικουμενικού Πατριαρχείου μετά τον Τόμο περί αυτοκεφαλίας του 1850. (Προηγουμένως, με ενέργειες του Θεόκλητου Φαρμακίδη -από την Νίκαια Λάρισας- στις 23 Ιουλίου/4 Αυγούστου 1833 εξεδόθη Βασιλικό Διάταγμα για την κήρυξη του αυτοκεφάλου της ελλαδικής εκκλησίας και την ανεξαρτησία της από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Βασικό επιχείρημα του ήταν ότι δεν μπορούσε το ελεύθερο ελληνικό κράτος να εξαρτά την εκκλησιαστική του διοίκηση από έναν Πατριάρχη δέσμιο του Τούρκου Σουλτάνου. Οι συντηρητικοί εκκλησιαστικοί κύκλοι, που ανήκαν στο «ρωσικό κόμμα» (το οποίο υποστήριζε το ενιαίο εκκλησιαστικό κέντρο, επί τη βάσει των πανσλαβιστικών σχεδίων της Ρωσικής Αυτοκρατορίας) επιτέθηκαν εναντίον του ασκώντας του έντονη κριτική για πάνω από δύο δεκαετίες. Επικεφαλής αυτής της ομάδας υπήρξε ο κληρικός Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων-από την Τσαριτσάνη Ελασσόνος- .)  Ακολούθησε η ρύθμιση του καθεστώτος των μητροπόλεων των “νέων χωρών” με την Συνοδική Πράξη του 1928. Το 1975 το άρθρο 3 θεωρήθηκε και από

την Εκκλησία και από την Πολιτεία ως φραγμός στις επεμβάσεις του Κράτους στα εσωτερικά της Εκκλησίας και όχι ως βάση ανάμειξης της Εκκλησίας στις κρατικές υποθέσεις. Το Σύνταγμα εισάγει μάλιστα δύο διαφορετικά συστήματα σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας. Ένα σύστημα ομοταξίας που διέπει τις σχέσεις Κράτους και Οικουμενικού Πατριαρχείου και ένα σύστημα που διέπει τις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας της Ελλάδος. Το σύστημα αυτό δεν είναι, όπως έχει επικρατήσει να λέγεται, το σύστημα της «νόμω κρατούσης πολιτείας» αλλά το σύστημα της συνταγματικά οροθετημένης πολιτείας. Αυτό όμως το σύστημα οικοδομείται κατά βάση στη διάταξη του άρθρου 13 περί θρησκευτικής ελευθερίας και μόνο συμπληρωματικά στη διάταξη του άρθρου 3.

Κακώς έχει επικρατήσει σε ορισμένους η αντίληψη ότι μέσω της αναθεώρησης ή ακόμη και μέσω της κατάργησης του άρθρου 3 θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί διαφορετικά, σε συνταγματικό επίπεδο, η σχέση Κράτους και Εκκλησίας της Ελλάδος. Τυχόν κατάργηση ή ουσιώδης μεταβολή του άρθρου 3 θα μπορούσε να διαταράξει απλώς τις σχέσεις του Κράτους με το Οικουμενικό Πατριαρχείο καθώς και το ειδικό εκκλησιαστικό καθεστώς ορισμένων περιοχών της χώρας (Κρήτη, Δωδεκάνησα, λεγόμενες Νέες Χώρες). Ούτως ή άλλως το Κράτος είναι αυτό που επικαλείται το άρθρο 3 για να παρέμβει στα εκκλησιαστικά πράγματα, ενώ η Εκκλησία επικαλείται κάθε φορά που θέλει να προστατευθεί το μη υποκείμενο σε αναθεώρηση άρθρο 13 παρ. 1 και τα συναφή δικαιώματά της.

Ακόμη και αν καταργηθεί το άρθρο 3, οι σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας θα είναι συνταγματικώς ρυθμισμένες μέσω του άρθρου 13, γιατί ένα φαινόμενο όπως το θρησκεύεσθαι ή το μη θρησκεύεσθαι είναι πολύ σημαντικό για κάθε άτομο και για την κοινωνία συνολικά.

Το προοίμιο του Συντάγματος “Εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος” παραπέμπει στο προοίμιο της διακήρυξης της ανεξαρτησίας του νέου ελληνικού κράτους που διατυπώθηκε το 1822 στην Επίδαυρο. Δεν πρόκειται για ζήτημα θρησκευτικού χρωματισμού αλλά για ζητήματα ιστορικής μνήμης. Ανάλογα ισχύουν σε πολλά άλλα συντάγματα, όπως το αμερικανικό και το γερμανικό.

Οτιδήποτε είναι σημαντικό για το άτομο, την κοινωνία και την οικονομία έχει εδώ και πολλές δεκαετίες καταστεί αντικείμενο συνταγματικής ρύθμισης. Το σύνταγμα δεν ρυθμίζει μόνον την οργάνωση και τη λειτουργία του κράτους, αλλά και την οργάνωση και τη λειτουργία της κοινωνίας των πολιτών, βασικό φαινόμενο της οποίας είναι η θρησκευτική συσσωμάτωση και η θρησκεία γενικά.

Όπως και να έχει, λοιπόν το πράγμα, η σχέση Κράτους και Εκκλησίας θα διέπεται άμεσα ή έστω έμμεσα από συνταγματικούς κανόνες, δηλαδή κανόνες δημοσίου δικαίου, όπως και η σχέση του κράτους με το θρησκευτικό φαινόμενο γενικά και με όλες τις θρησκείες και τα δόγματα.

Κώστας Βαϊούλης

Ετικέτες
Διαβάστε επίσης...
Close

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο