Σε Πανεπιστήμιο Εφαρμοσμένων Επιστημών μετονομάζεται το ΤΕΙ Θεσσαλίας

Δημοσιεύθηκε στις: 9 Οκτωβρίου 2016, 21:09

Εισήγηση για την μετονομασία του ΤΕΙ Θεσσαλίας  σε Πανεπιστήμιο Εφαρμοσμένων Επιστημών  θα εκφωνήσει ο πρόεδρος Ιδρύματος Παναγιώτης Γούλας στην συνέλευση που θα πραγματοποιηθεί την προσεχή Τετάρτη. Διαβάστε όλη την εισήγηση:

«Όπως είναι γνωστό τα ΤΕΙ από το 2001 είναι Ανώτατα Εκπ Πανεπιστήμιο Εφαρμοσμένων Επιστημώναιδευτικά Ιδρύματα (ΑΕΙ) κατά την έννοια του Συντάγματος (Άρθρο 16) και ανήκουν στον Τεχνολογικό Τομέα της Ανώτατης Εκπαίδευσης (Νόμοι 2916/2001, 3549/2007, 4009/2011).

Τα ΤΕΙ, ως Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, διέπονται από το ίδιο θεσμικό πλαίσιο με τα Πανεπιστήμια της χώρας γεγονός το οποίο σημαίνει ότι:

  1. Η λειτουργία όλων των ΑΕΙ (Πανεπιστήμια και ΤΕΙ) διέπεται από τον νόμο 4009/2011, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει.
  2. Σύμφωνα με τον Νόμο αυτό οι διατάξεις που καθορίζουν τα ακαδημαϊκά προσόντα του μόνιμου Εκπαιδευτικού Προσωπικού των Πανεπιστημίων και των ΤΕΙ είναι ταυτόσημες.
  3. Οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των απαιτούμενων προσόντων για το διορισμό των Καθηγητών ΤΕΙ (σε σχέση με τους αντίστοιχους των Πανεπιστημίων) εντοπίζονται μόνο ως προς την υποχρέωση των Καθηγητών ΤΕΙ να κατέχουν σημαντική επαγγελματική προϋπηρεσία, προκειμένου να διορισθούν (κάτι που δεν ισχύει για τους Καθηγητές των Πανεπιστημίων), γεγονός που καθιστά πιο απαιτητικές τις σχετικές θέσεις.
  4. Τα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ χορηγούν πρώτο τίτλο σπουδών, ο οποίος πιστοποιεί 4ετή διάρκεια σπουδών και απαιτούμενες εκπαιδευτικές μονάδες 240 ΕCTS. Η περίπτωση των διπλωμάτων 5ετούς διάρκειας των Πολυτεχνείων και των Γεωπονικών Σχολών αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα που θέτει τη χώρα εκτός του πνεύματος της Μπολόνιας, δημιουργώντας σοβαρά προβλήματα για τα οποία θα πρέπει η Πολιτεία να νομοθετήσει σύμφωνα με τα κρατούντα στην Ευρώπη.
  5. Ο χορηγούμενος πρώτος τίτλος σπουδών από τα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ είναι ενταγμένος στο 6ο επίπεδο με βάση το Εθνικό και το Ευρωπαϊκό Πλαίσιο Προσόντων. Η Ελλάδα είναι μια από τις λίγες χώρες στον ευρωπαϊκό χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης που δεν έχει ακόμα θεσμοθετήσει το Εθνικό Πλαίσιο Προσόντων εναρμονισμένο με το Ευρωπαϊκό πλαίσιο προσόντων.
  6. Τα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ οργανώνουν με τις ίδιες προϋποθέσεις, αυτοδύναμα ή στη βάση πλήρους και ισότιμης μεταξύ τους συνεργασίας, Προγράμματα Μεταπτυχιακών Σπουδών, τα οποία χορηγούν Διπλώματα (Masters) τα οποία εντάσσονται στο 7ο επίπεδο του Εθνικού και Ευρωπαϊκού Πλαισίου Προσόντων
  7. Τα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ, τόσο ως Ιδρύματα όσο και τα επιμέρους Τμήματά τους, αξιολογούνται με τους ίδιους όρους, υπό τον συντονισμό της ίδιας Ανεξάρτητης Αρχής (ΑΔΙΠ) και από Επιτροπές Εξωτερικών Εμπειρογνωμόνων των οποίων τα Μέλη προέρχονται από το ένα και μοναδικό Μητρώο Εμπειρογνωμόνων της εν λόγω Αρχής.

Πέραν των ανωτέρω σημείων ταύτισης Πανεπιστημίων και ΤΕΙ, τα οποία προκύπτουν από το κοινό θεσμικό πλαίσιο που διέπει τη λειτουργία τους, ως προς την ποιότητα των προσφερομένων σπουδών, υπάρχει πλέον, σε αντίθεση με το παρελθόν, ένα πλήρως αντικειμενικό « εργαλείο» διαπίστωσης της ποιότητας, το οποίο είναι οι Εκθέσεις Εξωτερικής Αξιολόγησης όλων Ιδρυμάτων Ανώτατης Εκπαίδευσης (Πανεπιστημίων και ΤΕΙ), καθώς και των Τμημάτων τους. Από την μελέτη των Εκθέσεων αυτών προκύπτει ότι μεταξύ των Τμημάτων και των Ιδρυμάτων οι διακρίσεις, οι αριστείες αλλά και τα όποια προβλήματα ή αδυναμίες διατρέχουν διαγώνια όλο το φάσμα της Ανώτατης Εκπαίδευσης και δεν είναι ίδιον μιας κατηγορίας Ιδρυμάτων.

Μετά από 30 και πλέον χρόνια λειτουργίας έχει πλέον ωριμάσει η ιδέα για την μετεξέλιξη των ΤΕΙ σε Πανεπιστήμια. Η ονομασία ΤΕΙ όπως ορίζει ο ιδρυτικός Νόμος Ν. 1404/1983 προσέδιδε ταυτότητα και αποστολή στα ιδρύματα στα πρώιμα χρόνια λειτουργίας τους. Με την πάροδο του χρόνου, τα ΤΕΙ από επαγγελματικές σχολές ανώτερου επιπέδου έχουν αποκτήσει σαφή και πλήρη ακαδημαϊκή φυσιογνωμία και έχουν ενσωματώσει και διευρύνει το φάσμα των επιστημονικών πεδίων που θεραπεύουν προσελκύοντας καθηγητές με αναβαθμισμένα ακαδημαϊκά προσόντα εφάμιλλα των αντίστοιχων που υπηρετούν στα πανεπιστήμια. Η ονομασία ΤΕΙ δεν ανταποκρίνεται στη σημερινή ακαδημαϊκή φυσιογνωμία των ιδρυμάτων και είναι παρωχημένη και συνάμα αποπροσανατολιστική.

Μόνον δύο είναι, σήμερα, τα κύρια σημεία στα οποία διαφοροποιούνται τα Πανεπιστήμια από τα ΤΕΙ. Το πρώτο σημείο διαφοροποίησης σχετίζεται με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο και συνίσταται στην μη χορήγηση στα ΤΕΙ της δυνατότητας οργάνωσης 3ου κύκλου σπουδών, το δε δεύτερο σημείο σχετίζεται με την εικόνα που έχει σήμερα για τα Πανεπιστήμια και για τα ΤΕΙ ο μέσος Έλληνας, η οποία έχει σχηματισθεί κατά τη διάρκεια 10ετιών στρεβλής λειτουργίας της εκπαίδευσης και γενικότερα της κοινωνίας. Η εικόνα αυτή επηρεάζει ουσιαστικά την ελκυστικότητα των Πανεπιστημίων έναντι των ΤΕΙ για τους αποφοίτους της 2βάθμιας εκπαίδευσης.

Ως προς το πρώτο Σημείο διαφοροποίησης Πανεπιστημίων και ΤΕΙ:

  1. Η μη δυνατότητα οργάνωσης Διδακτορικών Σπουδών από τα ΤΕΙ, δεν έχει σήμερα καμία βάση εξήγησης καθόσον το κοινό θεσμικό πλαίσιο το οποίο διέπει και τα δύο είδη ΑΕΙ, και, κυρίως, οι Εκθέσεις Εξωτερικής Αξιολόγησης των Ιδρυμάτων και των Τμημάτων επισημαίνουν και αποκαλύπτουν πλεονεκτήματα, αλλά και αριστείες αλλά και προβλήματα και αδυναμίες, τα οποία είναι κοινά και διαχέονται οριζόντια σε όλους τους τύπους Ιδρυμάτων.
  2. Η στέρηση της δυνατότητας οργάνωσης Διδακτορικών Σπουδών από τα ΤΕΙ, παρότι στερείται βάσης, έχει ουσιαστικά αρνητικές επιπτώσεις στο επίπεδο της έρευνας που εκτελείται από τα ΤΕΙ. Είναι γνωστό ότι έτσι δημιουργείται κλίμα απογοήτευσης και όχι ενθάρρυνσης του Επιστημονικού Προσωπικού καθόσον η έρευνα και η οργάνωση διδακτορικών σπουδών είναι άρρηκτα συνδεδεμένες.
  3. Η αρνητική, επί της επιτελούμενης από τα ΤΕΙ έρευνας, επίπτωση της στέρησης της δυνατότητας χορήγησης Διδακτορικών Διπλωμάτων είναι για αρκετά χρόνια εμφανής από τη διαπίστωση ότι η συνεργασία του επιβλέποντος καθηγητή με τον υποψήφιο διδάκτορα που διαρκεί τουλάχιστον για μια τριετία καθώς και η τυχόν συμμετοχή αμφοτέρων σε ερευνητικές ομάδες του πανεπιστημίου ενισχύουν την ερευνητική δραστηριότητα στα πανεπιστήμια και αποφέρουν σημαντικά ερευνητικά παραδοτέα (δημοσιεύσεις, ανακοινώσεις σε συνέδρια, πατέντες, κα). Η έλλειψη αυτής της δυνατότητας στα ΤΕΙ καθώς και ο βεβαρημένος διδακτικός φόρτος εργασίας των καθηγητών ΤΕΙ επιτείνουν την ήδη διαμορφωμένη υφιστάμενη κατάσταση στο πεδίο της επιστημονικής έρευνας. Η κατάσταση θα πάρει μεγαλύτερες διαστάσεις με το πέρασμα του χρόνου και είναι βέβαιο ότι θα αποτυπωθεί με μεγαλύτερη ένταση, σε επόμενες αξιολογήσεις. Ως εκ τούτου, το «κατασκευασμένο» και «τεχνικό» χάσμα ανάμεσα σε Πανεπιστήμια και ΤΕΙ συνεχώς θα διευρύνεται με το πέρασμα του χρόνου και θα οφείλεται όχι σε κάποια αδυναμία των ΤΕΙ, αλλά στην επιμονή της Πολιτείας η οποία χωρίς λόγο στερεί θεσμικά τη δυνατότητα οργάνωσης Διδακτορικών Σπουδών από τα ΤΕΙ.

Ως προς το δεύτερο σημείο διαφοροποίησης Πανεπιστημίων και ΤΕΙ:

  1. Εδώ και πολλές 10ετίες η μέση ελληνική οικογένεια θεωρεί ότι οι σπουδές των παιδιών της σε Πανεπιστήμιο (το οποίο ως θεσμός υπάρχει από συστάσεως του Ελληνικού Κράτους) είναι «εκ των ων ουκ άνευ» προϋπόθεση για μια επιτυχημένη ζωή.
  2. Με βάση την προηγούμενη πεποίθηση η κάθε οικογένεια δαπανά σημαντικά ποσά, εις βάρος του οικογενειακού προϋπολογισμού, για την καλύτερη προετοιμασία των παιδιών της για την συμμετοχή τους στις Πανελλήνιες Εξετάσεις.
  3. Σε περίπτωση αδυναμίας του υποψήφιου φοιτητή να εισαχθεί στην Σχολή ή το Τμήμα Πανεπιστημίου της πρώτης επιλογής του (ή της επιθυμίας του), επιλέγεται ευκολότερα Σχολή ή Τμήμα Πανεπιστημίου άλλης κατεύθυνσης, μόνο και μόνο γιατί το εν λόγω Τμήμα είναι Πανεπιστημιακό, έστω και αν οδηγεί στην ανεργία και δεν επιλέγει Τμήμα ΤΕΙ, έστω και αν εκεί οι προοπτικές απασχόλησης είναι καλύτερες.
  4. Απόδειξη της ανωτέρω διαπίστωσης είναι ότι ακόμη και σήμερα εισάγονται σε Σχολές και Τμήματα π.χ φιλολογίας ή παρεμφερή χιλιάδες απόφοιτοι της 2βάθμιας εκπαίδευσης (με μηδενικές, πρακτικά, ελπίδες επαγγελματικής αποκατάστασης, αφού οι ανάγκες της ελληνικής οικονομίας είναι εντελώς διαφορετικές), ενώ θέσεις των ΤΕΙ (με σαφώς καλύτερες επαγγελματικές προοπτικές) μένουν κενές. Αποτέλεσμα της επιλογής αυτής είναι φοιτητές
    να διακόπτουν τις σπουδές τους ή απόφοιτοι να αυτουποβαθμίζονται
    και ν’ αλλάζουν επαγγελματική απασχόληση. Με λίγα λόγια η στρέβλωση που επιφυλάσσει η διαχρονική και άνιση μεταχείριση της Πολιτείας προς τα ΤΕΙ σε σχέση προς τα Πανεπιστήμια οδηγεί τις ελληνικές οικογένειες σε ανορθολογικές επιλογές στη διαδικασία επιλογής τμήματος φοίτησης ΑΕΙ για ένα ή περισσότερα από τα μέλη της!
  5. Επί ενός τέτοιου υποστρώματος, έχει αναβαθμισθεί σημαντικά ο ρόλος των Κολλεγίων (της ιδιωτικής δηλαδή εκπαίδευσης) μετά την επαγγελματική αναγνώριση των διπλωμάτων που αυτά χορηγούν. Με δεδομένο ότι τα Κολλέγια (πολλά των οποίων συνεργάζονται με ξένα Πανεπιστήμια) στρέφονται προς θεωρητικές μάλλον σπουδές ( που δεν απαιτούν ιδιαίτερες επενδύσεις σε υποδομές και δεν παράγουν το είδος των στελεχών που έχει ανάγκη η ελληνική οικονομία και κοινωνία), είναι ελκυστικές οι «εύκολες λύσεις» που αυτά προσφέρουν (εξασφαλισμένα επαγγελματικά δικαιώματα, πτυχίο του συνεργαζόμενου ξένου Πανεπιστημίου, γειτνίαση με τον τόπο μόνιμης κατοικίας του φοιτητή) και τα ΤΕΙ απλά θα παρακάμπτονται , με ότι αυτό συνεπάγεται για τη Δημόσια Ανώτατη Εκπαίδευση. Ασφαλώς, το θέμα δεν είναι να «διασωθούν» τα ΤΕΙ προς χάριν των Καθηγητών τους ή των εργαζομένων σε αυτά. Αυτό είναι το έλασσον. Το μείζον είναι ότι με την απαξίωση των ΤΕΙ και των ειδικοτήτων τους που έχει ομολογουμένως ανάγκη η ελληνική οικονομία, θα συνεχισθεί ο ανορθολογισμός στην ελληνική ανώτατη εκπαίδευση.
  6. Η ποιότητα της παρεχόμενης από τα Κολλέγια εκπαίδευσης δεν είναι ελεγχόμενη από τους θεσμοθετημένους για την αξιολόγηση της ποιότητας της παρεχόμενης Ανώτατης Εκπαίδευσης φορείς της Πολιτείας (την ΑΔΙΠ εν προκειμένω), με αποτέλεσμα η τελευταία να μην έχει υπεύθυνη εικόνα για την ποιότητα της εκπαίδευσης στο συγκεκριμένο χώρο. Η αδυναμία αυτή ελέγχου της Πολιτείας δε είναι δυνατόν να συμβαδίζει με τη διαφαινόμενη τάση των υποψηφίων να επιλέγουν τη συνέχιση των σπουδών τους σε αμφιλεγόμενης ποιότητας οργανισμούς του ιδιωτικού τομέα της Ανώτατης εκπαίδευσης.

Είναι γεγονός ότι για τη θλιβερή για την ελληνική νεολαία, την ελληνική οικογένεια και την ελληνική οικονομία και κοινωνία, κατάσταση με την τεράστια ανεργία και την πρωτόγνωρη κρίση την οποία διέρχεται η χώρα μας, όλοι αναγνωρίζουν ότι μερίδιο ευθύνης έχει και η αδυναμία των Πανεπιστημίων αλλά και το ευρύτερο εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας στο να προσαρμόζουν το «προϊόν τους» στις συνεχώς μεταβαλλόμενες ανάγκες της. Το κόστος, οικονομικό και κοινωνικό, από την αδυναμία αυτή είναι πολύ σημαντικό, ιδιαίτερα σήμερα που οι συνθήκες στην Πατρίδα μας έχουν δυσκολέψει και επιτείνεται από το στρεβλή εικόνα που έχουν, για τον μέσο Έλληνα, τα δύο είδη των Ελληνικών ΑΕΙ, δηλαδή τα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ με τα πρώτα να γίνονται αποδεκτά στη συνείδηση του απλού ανθρώπου ανεξάρτητα από την ποιότητά τους και τις επαγγελματικές διεξόδους που δίδουν και τα δεύτερα να θεωρούνται «εκ γενετής κατώτερα».

Η αναστροφή της εικόνας αυτής αποτελεί «εκ των ων ουκ άνευ» προϋπόθεση για την ανάκαμψη της Χώρας (όχι μόνον σε οικονομικό επίπεδο) και μόνο από πρωτοβουλία της Πολιτείας μπορεί να προέλθει. Εφόσον στόχος της Πολιτείας δεν είναι η μαζική μετακίνηση της ελληνικής νεολαίας στην ιδιωτική Ανώτατη Εκπαίδευση ( δηλ. στα Κολλέγια), πρέπει είτε να ενεργήσει άμεσα νομοθετώντας σχετικά, είτε να ανταποκριθεί άμεσα και θετικά σε σχετικές πρωτοβουλίες των ίδιων των ΤΕΙ.
Η απάντηση στο ερώτημα πώς θα εξαλειφθεί στη συνείδηση του μέσου Έλληνα η διαφοροποίηση των 2 τύπων Ιδρυμάτων, η οποία βρίσκεται άλλωστε και στη ρίζα του προβλήματος, είναι ότι αυτή (η διαφοροποίηση δηλαδή) οφείλεται στο όνομα το οποίο φέρουν, με δεδομένο ότι ο όρος Πανεπιστήμιο έχει ζωή 200 περίπου ετών και είναι συνυφασμένος με τη ζωή αλλεπάλληλων γενεών Ελλήνων, ενώ ο όρος ΤΕΙ έχει ζωή 30 περίπου ετών και είναι συνυφασμένος με άλλες κατώτερες βαθμίδες της εκπαίδευσης. Άρα θα αρκούσε η μετονομασία των ΤΕΙ σε Πανεπιστήμια Εφαρμοσμένων Επιστημών. Η μετονομασία αυτή θα αποδώσει στα σημερινά ΤΕΙ τα χαρακτηριστικά που έχουν ήδη αποκτήσει, βοηθώντας τα απλώς να τα καταστήσουν κατανοητά στο ευρύ κοινό.
Σε διεθνές επίπεδο, η διάρθρωση της ανώτατης εκπαίδευσης ακολουθεί είτε το ενιαίο είτε το δυαδικό μοντέλο είτε παραλλαγές αυτών των δύο.

Το ενιαίο μοντέλο ορίζει τους ίδιους κανόνες του παιγνιδιού για όλα τα ιδρύματα της ανώτατης εκπαίδευσης και επιδιώκει να αμβλύνει τις τυχόν διαφοροποιήσεις στην αποστολή των ΑΕΙ. Το ενιαίο μοντέλο υιοθετείται κυρίως από αγγλοσαξονικές χώρες όπως οι ΗΠΑ, ο Καναδάς, η Αυστραλία και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο τα αντίστοιχα των ΤΕΙ Ιδρύματα (Polytechnics) μετονομάστηκαν σε Πανεπιστήμια «εν μια νυκτί» το 1992, εδόθη δε μεταβατική περίοδος για την σταδιακή προσαρμογή τους. Στην περίπτωση δε του Εκπαιδευτικού τους Προσωπικού η μεταβατική περίοδος έληξε το 2010. Αξίζει να ληφθεί υπόψη ότι κατά τη στιγμή της μετονομασίας τα Polytechnics δεν είχαν τα χαρακτηριστικά ΑΕΙ αλλά μόνο τα χαρακτηριστικά επαγγελματικών σχολών.
Στο ενιαίο μοντέλο εμπίπτει και η περίπτωση της Κυπριακής Δημοκρατίας με την συνύπαρξη στο δημόσιο τομέα της ανώτατης εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου της Κύπρου μαζί με το Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο της Κύπρου. Η μόνη διάκριση που διαφοροποιεί το Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο από το ομόλογο του είναι ο προσανατολισμός του στην εφαρμοσμένη έρευνα. Το παράδειγμα της Κύπρου θα μπορούσε, ίσως, να αποτελέσει οδηγό για την ελληνική περίπτωση λόγω των κοινών πολιτισμικών και κοινωνικο-οικονομικών χαρακτηριστικών καθώς και του σταδίου οικονομικής ανάπτυξης των δύο κρατών.

Η Γαλλία επίσης αποτελεί μια ενδιαφέρουσα παραλλαγή του ενιαίου μοντέλου. Πιο συγκεκριμένα, τα Τεχνολογικά Ιδρύματα (Instituts Universitaires de Technologie – IUT) είναι εδώ και πολλά χρόνια ενταγμένα, ως δομή, στα Πανεπιστήμια, οργανώνουν σπουδές 1,5-2 ετών στο τέλος των οποίων χορηγούν δίπλωμα, οι κάτοχοι δε των διπλωμάτων αυτών μπορούν είτε να βγουν στην αγορά εργασίας (η συνήθης περίπτωση), είτε, μέσω συγκεκριμένων διαδικασιών, να συνεχίσουν τις σπουδές τους στο ίδιο ή άλλο Πανεπιστήμιο. Οι Καθηγητές τους διδάσκουν ελεύθερα στα υπόλοιπα Τμήματα ή Προγράμματα Σπουδών του Πανεπιστημίου, έτσι ώστε να επιτυγχάνεται η καλύτερη δυνατή διαχείριση του διδακτικού προσωπικού.
Το δυαδικό μοντέλο διαφοροποιεί τα χαρακτηριστικά των ΑΕΙ με την κατηγοριοποίηση τους σε α) Ερευνητικά Πανεπιστήμια ή Παραδοσιακά Πανεπιστήμια ή σκέτα Πανεπιστήμια και β) Πανεπιστήμια Εφαρμοσμένων Επιστημών. Οι διαφοροποιήσεις είναι σχηματικά οι παρακάτω:

Τα Πανεπιστήμια έχουν ως πρωταρχικό σκοπό τη δημιουργία νέας γνώσης και επιδίδονται στη προώθηση της βασικής και της εφαρμοσμένης έρευνας ενώ η έρευνα που επιτελείται στα Πανεπιστήμια Εφαρμοσμένων Επιστημών είναι εφαρμοσμένη, έχει πρακτικό χαρακτήρα υπό την έννοια ότι επιλύονται προβλήματα φορέων της κοινωνίας.

Τα Πανεπιστήμια λειτουργούν αυτόνομα προγράμματα διδακτορικών σπουδών ενώ τα περισσότερα Πανεπιστήμια Εφαρμοσμένων Επιστημών προσφέρουν προπτυχιακά και μεταπτυχιακά 2ου κύκλου. Σε μερικές περιπτώσεις όπως στη Γερμανία και στη φλαμανδική περιοχή του Βελγίου δίνεται η δυνατότητα συνδιοργάνωσης διδακτορικών σπουδών μεταξύ καθηγητών από τις δύο κατηγορίες των ιδρυμάτων.

Ο ορίζοντας των Πανεπιστημίων είναι διεθνής, στη στελέχωση του ανθρώπινου δυναμικού, στις ερευνητικές συνεργασίες, στη προσέλκυση φοιτητών, στη σύμπραξη και συνεργασία των πιο καταξιωμένων από αυτά με οργανισμούς και επιχειρήσεις με διεθνή εμβέλεια. Επιπρόσθετα, τα πιο καταξιωμένα πανεπιστήμια ανά γνωστικό πεδίο εμφανίζονται σε διεθνείς λίστες κατάταξης ενώ τα Πανεπιστήμια Εφαρμοσμένων Επιστημών είναι άμεσα συνδεδεμένα με την γεωγραφική περιφέρεια στην οποία εδρεύουν και επιδιώκουν να συμβάλλουν στη οικονομική ανάπτυξη της περιφέρειας τους προτείνοντας και υλοποιώντας καινοτόμες λύσεις σε συνεργασία με μικρομεσαίες κυρίως επιχειρήσεις (ΜΜε νοείται αυτή που απασχολεί μέχρι 200 εργαζόμενους , βιομηχανίες και τοπικούς φορείς.

Τα μέλη ΔΕΠ των Πανεπιστημίων είναι σε ποσοστό 90% και άνω κάτοχοι του διδακτορικού διπλώματος ενώ τα μέλη ΕΠ των Πανεπιστημίων Εφαρμοσμένων Επιστημών είναι στην πλειονότητα κάτοχοι μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών. Εξαίρεση αποτελούν οι διδάσκοντες στα Πανεπιστήμια Εφαρμοσμένων Επιστημών της Γερμανίας που σε ποσοστό 90% και πάνω έχουν διδακτορικό. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύονται σε μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2009 με τίτλο “ Research at Universities of Applied Sciences in Europe” τα ποσοστά των κατόχων διδακτορικών και μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών των διδασκόντων είναι τα ακόλουθα:
Εκπαιδευτικό επίπεδο διδασκόντων σε Πανεπιστήμια Εφαρμοσμένων Επιστημών
Διδακτορικό
Μεταπτυχιακό
Αυστρία
31%
54%
Δανία
3%
80%
Φιλανδία
7%
79%
Γερμανία
90%
10%
Ολλανδία
4%
46%
Πορτογαλία
15%
35%
Ελβετία
34%
42%
Γαλλία
57%
43%
Τ.Ε.Ι ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ
87,5%
12,5%
Το δυαδικό μοντέλο συναντάται σε αρκετές χώρες της Ευρώπης. Πανεπιστήμια Εφαρμοσμένων Επιστημών λειτουργούν με αυτή την ονομασία στην Γερμανία με αριθμό ιδρυμάτων (126), την Αυστρία (20), την Ολλανδία (39), την Φιλανδία (28) και την Ελβετία (9). Στην Ιρλανδία, η διεθνής ονομασία είναι Institutes of Technology (13), στη Δανία University Colleges (10) και στη Πορτογαλία Polytechnics (20).(Πηγή: “Research at Universities of Applied Sciences in Europe”(2009),Πίνακας 2.2, σελ 9).

Με την προτεινόμενη μετονομασία των ΤΕΙ σε Πανεπιστήμια Εφαρμοσμένων Επιστημών:

  1. Αίρεται άμεσα το μοναδικό, σε θεσμικό επίπεδο, σημείο διαφοροποίησης Πανεπιστημίων και ΤΕΙ, αφού η προσθήκη του όρου «Πανεπιστήμιο», έστω και συνοδευόμενο από επιθετικό προσδιορισμό, επιβάλει την διοργάνωση Διδακτορικών Σπουδών και από τα ΤΕΙ
  2. Θα αυξηθεί άμεσα η ελκυστικότητα των ΤΕΙ, αφού πλέον θα έχουν τόσο το status όσο και τον τίτλο του Πανεπιστημίου . Το γεγονός αυτό θα συμβάλει στην ορθολογικότερη κατανομή των αποφοίτων της 2βάθμιας εκπαίδευσης μεταξύ των Σχολών και Τμημάτων της Δημόσιας Ανώτατης Εκπαίδευσης ( συνολικά μεταξύ των Πανεπιστημίων) και της Ιδιωτικής Ανώτατης Εκπαίδευσης (Κολλέγια) με ευεργετικές συνέπειες ως προς τη δυνατότητα να κάνουν σωστές ανώτατες σπουδές τα Ελληνόπουλα και να απασχολούνται όταν αποφοιτούν.
  3. Θα επιλυθεί ένα πραγματικό πρόβλημα της Ελληνικής Οικονομίας το οποίο συνίσταται στην έλλειψη ενδιάμεσου επιπέδου στελεχών (εργοδηγοί, τεχνίτες κτλ.), ειδικοτήτων δηλαδή των οποίων το κύριο χαρακτηριστικό, σε όλη την Ευρώπη τουλάχιστον, είναι ότι προκύπτουν από Προγράμματα Σπουδών βραχύτερης διάρκειας. Τα Προγράμματα αυτά βραχείας διάρκειας θα μπορούν να διοργανώνονται εντός των Πανεπιστημίων Εφαρμοσμένων Επιστημών. Σήμερα τα ελληνικά Πανεπιστήμια δεν ενδιαφέρονται να αναπτύξουν τον τομέα αυτό, σε αντίθεση με τα ΤΕΙ τα οποία «διστάζουν» να τον αναπτύξουν επειδή φοβούνται ότι το γεγονός αυτό θα έχει επιπτώσεις στην θεσμική τους ολοκλήρωση.
  4. Θα διευκολυνθούν οι συνεργασίες με ξένα Πανεπιστήμια αφού, πλέον, στις περισσότερες χώρες του κόσμου ο όρος Πανεπιστήμιο είναι ο κατ’ εξοχήν υποδηλωτικός του Ανωτάτου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος όρος.
  5. Για τον ίδιο λόγο θα αυξηθεί η ελκυστικότητα των ΤΕΙ στους προερχόμενους από τρίτες χώρες φοιτητές.
  6. Σε επόμενο στάδιο, αλλά πολύ σύντομα, θα δοθεί η δυνατότητα στις Περιφέρειες της χώρας όπου υπάρχουν Πανεπιστήμια και ΤΕΙ, να προχωρήσουν, χωρίς αγκυλώσεις, φοβίες ή τάσεις ποδηγέτησης, διαδικασίες συγχώνευσης Πανεπιστημίων πλέον (των νυν Πανεπιστημίων και των Πανεπιστημίων Εφαρμοσμένων Επιστημών), ομοειδών Τμημάτων, καταργήσεις άλλων κτλ.
    Ως προς τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί για τη μετονομασία των ΤΕΙ σε Πανεπιστήμια Εφαρμοσμένων Επιστημών υπάρχουν δύο (2) τρόποι: Είτε η Πολιτεία λαμβάνει σχετική νομοθετική πρωτοβουλία (μέχρι σήμερα η εμπειρία είναι αρνητική), είτε την πρωτοβουλία την αναλαμβάνουν τα Ιδρύματα και η Πολιτεία απλώς καλείται να ενεργήσει κατά τα θεσμικώς προβλεπόμενα ή να μην ενεργήσει αιτιολογώντας τη συμπεριφορά της αυτή.

Η με βάση την ισχύουσα νομοθεσία διαδικασία μετονομασίας ενός ΑΕΙ ολοκληρώνεται µε προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται µε πρόταση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών και Παιδείας, Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, μετά από γνώμη της Συνέλευσης και του Συμβουλίου του οικείου Ιδρύματος και της ΑΔΙΠ.

Ως αιτιολόγηση πρέπει να χρησιμοποιηθεί η προβλεπόμενη στο άρθρο 7, παρ. 6α του Ν. 4009/11 σύμφωνα με την οποία η μετονομασία λαμβάνει χώρα όταν «είναι αναγκαίο για την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων κοινωνικών αναγκών για την ανάπτυξη της ανώτατης εκπαίδευσης ή για την καλλιέργεια νέων επιστημονικών και τεχνικών πεδίων ή πεδίων διεπιστημονικού χαρακτήρα που κρίνονται απαραίτητα για την οικονομικοκοινωνική ανάπτυξη της χώρας και δεν καλύπτονται µε επάρκεια από τα Α.Ε.Ι. ή τις Σχολές ή τα Τμήματα που λειτουργούν», και δ σύμφωνα με την οποία «δ) Όταν είναι σύμφωνες µε τις ανάγκες και τις δυνατότητες της εθνικής οικονομίας». Οι συγκεκριμένες κοινωνικές και οικονομικές ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας οι οποίες εξυπηρετούνται, η καλλιέργεια νέων επιστημονικών και τεχνικών πεδίων, καθώς και ικανοποίηση αναγκών της εθνικής οικονομίας, περιγράφονται επαρκώς στα ανωτέρω αναφερόμενα. «

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ