Ικανοποιημένοι οι παραγωγοί από τη διάθεση των καρπουζιών

Δημοσιεύθηκε στις: 28 Ιουλίου 2012, 08:12

Πιο δύσκολα είναι φέτος τα πράγματα για τα πεπόνια

Παρότι η τιμή του καρπουζιού είναι μειωμένη τον Ιούλιο, οι παραγωγοί του προϊόντος εμφανίζονται ικανοποιημένοι από τη διάθεσή του σε εξωτερικό και εσωτερικό, κατά τον μήνα Ιούνιο. Η χρονιά χαρακτηρίζεται σε γενικές γραμμές «καλή» ενώ σύμφωνα με στοιχεία του τμήματος Ποιοτικού και Φυτοϋγειονομικού Ελέγχου της Διεύθυνσης Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής της ΠΕ Λάρισας, έχουν ήδη εξαχθεί 500 τόνοι.

Η ποσότητα αυτή, σύμφωνα με εκτιμήσεις της υπηρεσίας αναμένεται να διπλασιαστεί μέχρι το τέλος του καλοκαιριού. Να σημειωθεί ότι οι εξαγωγές κρίνονται ικανοποιητικές μόνο έχοντας ως δεδομένη τη δεινή οικονομική κατάσταση της χώρας καθώς πριν από μια δεκαετία τα εξαγόμενα καρπούζια άγγιζαν τους 20.000 τόνους.

Πιο συγκεκριμένα, μέχρι στιγμής έχουν εξαχθεί 420 τόνοι καρπούζι στη Βουλγαρία, 30 τόνοι στη Ρουμανία και 50 τόνοι στη Σερβία. Πέρυσι οι εξαγωγές καρπουζιών έφτασαν τους 838 τόνους, σύμφωνα με στοιχεία της Διεύθυνσης Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής μέχρι και το τέλος Αυγούστου του 2011. Η τιμή του προϊόντος για τον παραγωγό ξεκίνησε από τα 20 λεπτά το κιλό αλλά τώρα έχει πέσει στα 6-10 λεπτά.

Αυτό συμβαίνει διότι άρχισε η συγκομιδή καρπουζιών στις χώρες στις οποίες εξάγουμε, με συνέπεια την άμεση πτώση της τιμής των ελληνικών. Τα πρώιμα καρπούζια διατέθηκαν ικανοποιητικά. Αυτοί που επλήγησαν περισσότερο φέτος ήταν οι παραγωγοί που υπέστησαν ζημιές από τη χαλαζόπτωση του Μαΐου και δεν πρόλαβαν να πουλήσουν νωρίτερα όταν η τιμή ήταν υψηλή. Ειδικά στην περιοχή του Μακρυχωρίου, όπου καλλιεργούνται περισσότερα από 1.000 στρέμματα με καρπούζι, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που υπέστησαν μεγάλες ζημιές από το χαλάζι.

Ο Γιάννης Μπελόγιας, παραγωγός από το Μακρυχώρι, μας είπε ότι ακόμα περιμένουν τις αποζημιώσεις του ΕΛΓΑ. Το χαρακτηριστικό της τιμής του καρπουζιού είναι ότι παρουσιάζει σκαμπανεβάσματα. Έτσι, υπάρχει η πιθανότητα να ανέβει πάλι μέσα στον Αύγουστο. Αυτό που δεν πήγε τόσο καλά φέτος ήταν η ποσότητα της παραγωγής. Ο Αδάμος Γκαμπέτας, καρπουζοπαραγωγός στο Μακρυχώρι, είπε στην «Ε» ότι «εξαιτίας των πολλών ανοιξιάτικων βροχών δεν είχαμε τόσο ικανοποιητική παραγωγή. Δηλαδή ενώ πέρυσι μαζεύαμε 8 τόνους το στρέμμα φέτος μαζέψαμε 6 τόνους ή και λιγότερο».

Να σημειωθεί ότι, όπως ανέφερε στην «Ε» ο Θανάσης Κουφορίζος, γεωπόνος του τμήματος Ποιοτικού και Φυτοϋγειονομικού Ελέγχου της Διεύθυνσης Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής, τα καρπούζια της Λάρισας εξαρτώνται και από την παραγωγή της Πελοποννήσου και συγκεκριμένα της Αμαλιάδας. Κι αυτό γιατί εκεί έχουν μεγαλώσει το χρόνο παραγωγής και πλέον τα λαρισινά προϊόντα δεν μπορούν να παρακολουθούσουν την Πελοπόννησο ως προς την τιμή.

ΤΑ ΠΕΠΟΝΙΑ

Σε αντίθεση με το καρπούζι, δεν σημειώθηκαν εξαγωγές πεπονιών από το ν. Λάρισας. Δεν υπάρχουν τέτοια στοιχεία για τη φετινή χρονιά από τη Διεύθυνση Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής ενώ και η εικόνα της περσινής χρονιάς είναι απογοητευτική. Φέτος αν και τα πεπόνια ξεκίνησαν σε υψηλή τιμή (περίπου στα 40 λεπτά) η συνέχεια δεν ήταν ανάλογη. Η τιμή έπεσε στα 10 λεπτά ενώ το προϊόν μπήκε στα «αζήτητα» και περιορίστηκε σε μειωμένη εσωτερική κατανάλωση.

Είναι δεδομένο ότι στο νομό δεν υπάρχει τόσο μεγάλη παραγωγή πεπονιού, ειδικά αν συγκριθεί με το καρπούζι. Αυτό οφείλεται κυρίως στο υψηλό κοστολόγιο που έχει η καλλιέργεια και η μη εξασφαλισμένη διάθεση του προϊόντος. Επίσης, ούτε το πεπόνι ξέφυγε από τη χαλαζόπτωση του Μαΐου και υπέστη σοβαρές ζημιές.

Όσον αφορά στα προβλήματα που εντοπίζονται σχετικά με την αδειοδότηση των πωλητών, ασάφειες εντοπίζονται εξαιτίας του «Καλλικράτη». Όπως τόνισε χαρακτηριστικά ο Σπύρος Μπετχαβές, γεωπόνος του δήμου Τεμπών, «δεν είναι θέμα των παραγωγών οι άδειες καθώς το όλο ζήτημα της αδειοδότησης δεν έχει ξεκαθαριστεί από το ίδιο το κράτος».

Σχετικά με τον τρόπο εξαγωγής, θέμα είχε προκύψει πέρυσι με μεγάλες ποσότητες καρπουζιών τα οποία έφυγαν από τη χώρα μας χωρίς καμία τυποποίηση και συσκευασία. Περίπου 20.000 επιπλέον τόνοι πέρασαν τα σύνορα χωρίς να τηρούν τις προδιαγραφές ποιότητας, γι’ αυτό οι έλεγχοι φέτος έχουν αυξηθεί.

(Εφημερίδα «Ελευθερία» / Νίκος Ρουμπής)

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ